Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση (θεματικοί κύκλοι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράδοση (θεματικοί κύκλοι). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2015

Το αντίδοτο στον κυνισμό



Η εικόνα από τη διεύθυνση: http://www.naftemporiki.gr/story/356755/eikastiki-apodomisi-morfon-kai-sumbolon


Τάκης Θεοδωρόπουλος , 13.04.2014

Το πρόβλημα με όσους επιδίδονται στην αποδόμηση των εθνικών συλλογικών μύθων, με την ίδια ευκολία με την οποία άλλοι τούς υποστηρίζουν, είναι ότι στα ερείπιά τους δεν αναδύεται πάντα η λάμψη της αλήθειας. Το αντίθετο θα έλεγα, και αν κρίνουμε από την ιστορική μας πείρα, στα ερείπια των συλλογικών μύθων φύονται με τη μεγαλύτερη άνεση ο κυνισμός και η απαξίωση. Δύο καταλυτικές «αρετές» της απομυθοποίησης. Απαξίωση και κυνισμός σαν αυτόν που επεδείκνυαν τα επαναστατημένα παιδιά του Μάη του ’68 όταν αποκαλούσαν τον πρύτανη της Ναντέρ φασίστα, παρά το γεγονός ότι αυτός ο «φασίστας» είχε συμμετάσχει στην Αντίσταση και είχε οδηγηθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως επί γερμανικής κατοχής. Εμπειρία που ούτε τους περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσαν να τη ζήσουν τα παιδιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης με τις επαναστατικές περγαμηνές της σφαλιάρας που τους έδωσε κάποτε κάποιος αστυνομικός.

Στα δικά μας τώρα, πιστεύω πως αυτή η εμμονή στην απομυθοποίηση ήταν ένα από τα πιο ύπουλα και υποδόρια κληροδοτήματα της δικτατορίας και μία από τις μεγαλύτερες εμμονές της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία γελοιοποίησε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο όλους τους εθνικούς μας μύθους. Η Μεταπολίτευση δεν είχε και πολλή δουλειά να κάνει. Της έφτανε να γελάει με το ήδη «γελοίο» και να φωνασκεί εναντίον όσων τολμούσαν να αρθρώσουν έστω και μία λέξη για να τους υπερασπιστούν. Όχι πάντα αδίκως εννοείται. Το αποτέλεσμα όμως της απαξίωσης της συλλογικής μας ύπαρξης το ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η κοινωνική ζούγκλα τού «έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτε», που καθιερώθηκε ως εθνική ιδεολογία, δεν ήταν παρά το ψυχολογικό αντίκρισμα της πλήρους απαξίωσής μας. Όταν είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν αξίζουμε και τίποτε σπουδαίο, πως τα έργα μας είναι ούτως ή άλλως κατώτερα των περιστάσεων, μένουμε μόνοι με τον υπέροχο εαυτούλη μας και κοιτάζοντάς τον τρυφερά στον καθρέφτη καταλήγουμε στο υπαρξιακό συμπέρασμα ότι δεν μας μένει τίποτε παρά να τη βγάλουμε όσο καλύτερα μπορούμε, με όποιο κόστος. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τις ενοχές. Είχε όμως βαθιά ριζωμένο μέσα του το αίσθημα της «αιδούς» και της «δίκης». Όταν χάσεις την «αιδώ», γιατί τίποτε δεν σε επαναφέρει στην τάξη, τότε καταρρέει και η «δίκη».

Και δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς ταγούς, όπου και το προφανές. Γράφοντας τα παραπάνω, μου έρχονταν στο μυαλό άνθρωποι που είναι ενθουσιασμένοι με τους εαυτούς τους μόνον και μόνον επειδή κατάφεραν να γίνουν υπουργοί, κοινώς, να «πιάσουν την καλή». Αναφέρομαι κυρίως στους εκπροσώπους αυτού που ονομάζουμε με τη μεγαλύτερη ευκολία «πνευματικός κόσμος» και τους θυμόμαστε συνήθως όταν συμβεί κάποια μεγάλη καταστροφή, ακόμη και φυσική, και όταν ζητάμε συμμάχους για να υπερασπιστούμε τα διάφορα συντεχνιακά μας συμφέροντα τα οποία, ως γνωστόν, μεταφράζονται σε εθνικά. Ποιοι είναι αυτοί; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι την περασμένη Δευτέρα, προσκεκλημένος της Τραπέζης της Ελλάδος για να μιλήσω στην τιμητική εκδήλωση για τον Ηλία Βενέζη, ο οποίος υπήρξε υπάλληλός της, αναφερόμενος στον τιμώμενο σκεφτόμουν συνεχώς ποιοι είναι αυτοί που κάποτε υπήρξαν και εξαφανίστηκαν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ποια ήταν αυτή η περίφημη γενιά του τριάντα, την οποία με τόση ζέση απομυθοποιήσαμε και εξορίσαμε από τους πνευματικούς μας ορίζοντες, αφού εννοείται μάθαμε λογοτεχνία διαβάζοντας τα έργα τους.

Κατ’ αρχάς, και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά από τον «πνευματικό κόσμο» της Μεταπολίτευσης, η γενιά του τριάντα παρενέβαινε δημοσία για να υπερασπιστεί το έργο της και όχι την κοινωνική της ή την επαγγελματική της θέση, όπως οι διάφοροι πανεπιστημιακοί που ανέλαβαν ανεπιτυχώς να παίξουν τον ρόλο της πνευματικής ηγεσίας τις τελευταίες δεκαετίες. Μπορεί να έπεφταν έξω σε πολλά, αλίμονο, όμως, κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει το τεκμήριο της πνευματικής εντιμότητας. Κατά δεύτερον, όσες διαφορές κι αν υπάρχουν ανάμεσα στον τρυφερό Βενέζη και τον πιο εγκεφαλικό Θεοτοκά, και με άλλους ακόμη περισσότερες, όλοι προσπάθησαν να υπηρετήσουν ένα είδος το οποίο ως τότε ήταν μάλλον παραγνωρισμένο στη φιλολογική μας δημοκρατία, το μυθιστόρημα. Άλλοι καλύτερα, άλλοι λιγότερο καλά, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε με λιγότερη επιτυχία. Έφτιαξαν μια μυθιστορηματική γλώσσα για εμάς τους μεταγενέστερους, την οποία καθήκον μας ήταν να επεξεργαστούμε και να ξεπεράσουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να την αγνοήσουμε. Και φτιάχνοντας αυτήν τη γλώσσα, προσπάθησαν να εντάξουν την ελληνική πνευματική δημιουργία στην επικράτεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Όταν μιλάμε για μυθιστόρημα, μιλάμε για Ευρώπη και η γενιά του τριάντα το υπηρέτησε όσο καλύτερα μπορούσε, χωρίς όμως να αισθάνεται ότι προδίδει τα εθνικά της αισθήματα. Υπερασπιζόμενη τον μύθο περί αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού λαού, ήταν σε μόνιμο διάλογο με τα τεκταινόμενα στην ευρωπαϊκή πνευματική ζωή. Δεν τους ήταν ξένη και πάντως δεν αισθάνονταν ότι δημιουργούσαν σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους ομοτέχνους τους. Η στάση αυτή της σύνθεσης και του διαλόγου είναι εμφανής και στην ποίηση, αλλά και στη ζωγραφική της ίδιας εποχής. Και αξίζει κάποτε να αναρωτηθούμε πόσο διαφορετικές θα ήσαν οι σχέσεις μας με την ευρωπαϊκή παιδεία, αν, αντί να εμπιστευθούμε το εκπαιδευτικό σύστημα στα αδαή και κυνικά προϊόντα των κομματικών σωλήνων, το είχαμε εμπιστευθεί σε ανθρώπους σαν τον Βενέζη ή τον Θεοτοκά.

Η γενιά του τριάντα μάς δείχνει ότι υπάρχει ένας δρόμος γονιμότερος από την απομυθοποίηση. Είναι η πράξη της δημιουργίας, σκολιά[1] είναι η αλήθεια, για να κερδίσει τις περγαμηνές του και τη δημοφιλία του πρέπει να ιδρώσει και να διακινδυνεύσει πολλά, όμως αξίζει τον κόπο. Είναι το ιδανικό αντίδοτο στον κυνισμό.

Πηγή: Εφημερίδα καθημερινή, http://www.kathimerini.gr/762498/opinion/epikairothta/politikh/to-antidoto-ston-kynismo

Η μετατροπή του σε κριτήριο αξιολόγησης ΕΔΩ




[1] σκολιά= στραβή

Παρασκευή, Αυγούστου 23, 2013

[Παράδοση]


Βρισκόμαστε σ’ ένα σταυροδρόμι· δεν ήμασταν ποτέ απομονωμένοι· μείναμε πάντα ανοιχτοί σ’ όλα τα ρεύματα − Ανατολή και Δύση· και τ’ αφομοιώναμε θαυμάσια τις ώρες που λειτουργούσαμε σαν εύρωστος οργανισμός. […]
Συνταραζόμαστε κι εμείς, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, από διαδοχικές κρίσεις, αποκαλυπτικές εφευρέσεις και φόβους, που δεν αφήνουν τον ανθρώπινο νου να ηρεμήσει − σαν την καλαμιά στον κάμπο. Μπροστά σ’ αυτά, τι μας μένει για να βαστάξουμε αν απαρνηθούμε τον εαυτό μας; Δε μένω τυφλός στα ψεγάδια μας, αλλά έχω την ιδιοτροπία να πιστεύω στον εαυτό μας. Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που μνημονεύω εδώ προσωπικές εμπειρίες· δεν έχω άλλο πειραματόζωο από εμένα. Και η προσωπική μου εμπειρία μου δείχνει πως το πράγμα που με βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοουμένου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων· στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν.
[…]
Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μας στρέφει σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο που γνώρισε φριχτούς πολέμους και φριχτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αυτόν τον άνθρωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατάσταση του θηρίου και την κατάσταση του ανδροειδούς. Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος που πρέπει να εξοβελιστεί.

Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύουνται από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει αν βγάλουμε από τη μέση τον άνθρωπο;

Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, τ.2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974, σσ. 175-177


Για τα παιδιά μας



Κοντά στο σπίτι μας άνθιζε μια μεγάλη φουντωμένη ελιά. Τη χαιρόμαστε. Καμαρώναμε τον χονδρό κορμό της, το σκιάδι της φυλλωσιάς της.
Μα ήρθε εκείνη η ανήλεη καταστροφική φωτιά του '81 που ρήμαξε τα δέντρα. Και της καμένης πια ελιάς σώθηκε μόνο ο κορμός και λίγοι χονδροί κλώνοι.
Την άλλη άνοιξη την ξαναβρήκα. Όλα τα ξύλα της ως τη  γη ξεπετούσαν μικρά φύλλα, τόσο τρυφερά τόσο δροσερά πράσινα.
Ξανάρχιζε η ζωή.
Και σε δυο χρόνια το δέντρο είχε βρει, όχι βέβαια το παλιό του μεγαλείο, μα τη δέντρινη μορφή του.
Κάποτε όμως το πνεύμα του κακού το μίσησε κι έριξε στη ρίζα του καυστική ουσία. Αυτό ήταν· η ελιά νεκρώθηκε για πάντα.
Η ρίζα μας είναι η ζωή μας. Από αυτήν που απλώνει τα πλοκάμια της μες στους αιώνες αντλούμε την ουσία μας. Η κάθε ελληνική λέξη που καθημερινά προφέρομε έχει βαθύ ιστορικό νόημα γιατί μας έρχεται από τον Αισχύλο, τον Ρωμανό, τον Ερωτόκριτο, το δημοτικό τραγούδι.
Τα σπασμένα μάρμαρα που μας τριγυρίζουν, οι βυζαντινές εικόνες που προσκυνούμε είναι ρίζα μας.
Το γνώριζε ο Μακρυγιάννης και ο Κολοκοτρώνης και αγωνίσθηκαν να την διασώσουν. Το γνώριζε πάντα ο αγράμματος όσο και ο γραμματισμένος λαός. Ο Θεοτοκόπουλος έγινε ο πιο μεγάλος, με εφόδιο την ελληνική ρίζα του.
Τι να πω σε μια εποχή που τα νιάτα ζητούν την αλήθεια και οι δυνατοί  της ώρας παραπλανούν;
Ας σκύψουν μέσα τους, ας μελετήσουν τη γλώσσα τους, την ιστορία τους, ας ακουμπήσουν σταθερά στη βαθιά τους ρίζα, ν' ανθίζει πάντα η Ελιά μας.



 Ιωάννα Τσάτσου
Πηγή:  Κείμενα Λογοτεχνίας Α΄ Λυκείου, Ερμηνευτική προσέγγιση, εκδ. επικαιρότητα, Αθήνα, 1989

Παρασκευή, Αυγούστου 09, 2013

Η εθνική μας παράδοση


Το εθνικό ιδανικό εξακολουθεί να ακμάζει στον καιρό μας και θα ήταν έσχατη πλάνη και μωρία να παραιτηθούμε εμείς, από την εθνική μας παράδοση. Και μάλιστα μία παράδοση που είναι η αρχαιότερη της Ευρώπης, που γαλούχησε και ανάθρεψε άλλους λαούς, Λατίνους και Σλάβους, και εξακολουθεί να ακτινοβολεί με τούς ανεξάντλητους πνευματικούς θησαυρούς της πολύ πέρα από τα σύνορά μας.
Η ίδια η πολυμέρειά της, ο πολυσύνθετος χαρακτήρας της και ο πλούτος των τάσεών της - είτε φτάνει ως εμάς σαν κλασικός ανθρωπισμός, είτε σαν χριστιανική πηγή έξαρσης και αγάπης, είτε σαν τέχνη, σαν ήθος, σαν λαϊκός πολιτισμός ή σαν ηρωικό, φιλελεύθερο ξέσπασμα του Εικοσιένα - της δίνουν μιαν αξία μοναδική, ανυπολόγιστη. Από κει θα αντλήσουμε πνευματικές δυνάμεις, για να υπάρξουμε και για να προχωρήσουμε, ως λαός ελεύθερος και ψυχικά αυτοδύναμος, όποιοι κι αν είναι οι δρόμοι πού μας επιφυλάσσει ή Ιστορία.
Πολλά πράγματα αλλάζουν γοργά στη ζωή μας και περισσότερα ίσως θα αλλάξουν στους καιρούς που έρχονται, αλλά ο Ελληνισμός πρέπει μέσα μας να διατηρηθεί μ' όλο του το σφρίγος και το φως του, αν δε θέλουμε να πέσουμε στη διάλυση και την αχρηστία ενός μηδενιστικού κοσμοπολιτισμού, που ήδη χτυπά την πόρτα μας.
Το να καλλιεργήσουμε την εθνική μας προσωπικότητα δε σημαίνει πως επιτρέπεται να αρνιόμαστε τυφλά ή να περιφρονούμε τις προσωπικότητες των άλλων ανθρώπινων ομίλων. Όλα τα έθνη είναι σεβαστά και όλα έχουν κάτι αγαθό και ωραίο να προσφέρουν στον πολιτισμό. Κανένα έθνος, εξάλλου, ούτε μεγάλο ή μέγιστο, δεν μπορεί πια να υπάρξει κλεισμένο με αυταρέσκεια στον εαυτό του και αποστρέφοντας το πρόσωπο από τον υπόλοιπο κόσμο. Η αλληλεξάρτηση των λαών εντείνεται ολοένα και μαζί αυξάνει κι ή ανάγκη της ειρηνικής συμβίωσης και συνεργασίας τους. 
Είναι καιρός να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι η ίδια η εθνική μας παράδοση με τα δύο μεγάλα προαιώνια ρεύματά της, το ανθρωπιστικό και το χριστιανικό, μας κατευθύνει προς ένα ιδανικό πανανθρώπινης αδελφοσύνης, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς με τα διδάγματά της και ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Ό,τι είναι λοιπόν σωβινισμός, μισαλλοδοξία, εθνική προκατάληψη, πρέπει να βγει οριστικά από την ψυχή των νέων γενεών. - Ας προσπαθήσουμε να μεταδώσουμε στους νέους το όραμα ενός Ελληνισμού ελευθέρου, φωτεινού και ανθρώπινου, που λυτρώθηκε από τις ψυχώσεις των περασμένων εποχών και ατενίζει τον κόσμο με αγάπη.
Ο τόπος ωρίμασε αρκετά ώστε μπορούμε πια να τού πούμε ότι ο φανατισμός - κάθε φανατισμός - δεν είναι αρετή, που να υπερηφανεύεται κανείς γι' αυτήν, καθώς νομίζουν ακόμα αρκετοί συμπατριώτες μας. Είναι ψυχική αρρώστια, που πρέπει να την ξεπεράσουμε, για να δώσουμε στην εθνική μας υπόσταση όλη της την αξία και όλο της το βάθος.


Γιώργος Θεοτοκάς, Η Εθνική μας  Παράδοση ,  “Πολιτικά Κείμενα”, Ίκαρος, Αθήνα, 1976.

Η στάση μας απέναντι στο παρελθόν


Το παρελθόν αναμφισβήτητα επηρεάζει και καθορίζει σ' ένα μεγάλο βαθμό το παρόν ενός λαού, είτε το θέλουμε είτε όχι. Τούτο ασφαλώς δε σημαίνει ότι λαός που δεν έχει παρελθόν, είναι καταδικασμένος. Μια τέτοια αντίληψη κυριαρχεί σε άτομα ή λαούς χωρίς αυτοδυναμία, σε άτομα ή λαούς που έχουν απορροφηθεί απ' το παρελθόν, σ' αυτούς που θεωρούν το παρελθόν σα μοναδική πηγή έμπνευσης, που αναζητούν, αν δεν έχουν, να διαμορφώσουν ένα επίπλαστο παρελθόν. Χαρακτηριστικός σχετικά μ' αυτό είναι ο αφορισμός του Μπρεχτ: «Δεν πρέπει να οικτίρει κανείς μια χώρα που δεν έχει ήρωες. Πρέπει όμως να οικτίρει μια χώρα που αναζητεί ήρωες».
Όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στο παρελθόν θα μπορούσε να διακρίνει κανείς τρεις περιπτώσεις. Μια περίπτωση τέλειας προσκόλλησης στο παρελθόν, μια δεύτερη ολοκληρωτικής απόρριψης του παρελθόντος, και τέλος, μια κριτική στάση. Η πρώτη περίπτωση ισχύει κυρίως για λαούς που τυχαίνει να έχουν ένα ένδοξο παρελθόν και στις περισσότερες περιπτώσεις ένα ανύπαρκτο παρόν. «Εις εποχάς καταπτώσεως, γράφει ο I. Συκου­τρής, στρέφει πολύ συχνά ένα έθνος το βλέμμα του προς μίαν αρχαιοτέραν περίοδον της ζωής του δοξασμένην -που θεωρεί τουλάχιστον δοξασμένην- δια να εύρη εκεί ανάπαυσιν και παρηγορίαν από την αθλιότητα του παρόντος». Φυσικά ο' αυτή τη στάση μπορεί να αναζητήσει κανείς πολλές φορές και εθνικιστι­κές σκοπιμότητες.
Όσον αφορά τη δεύτερη στάση, της ολοκληρωτικής απόρρι­ψης του παρελθόντος, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ισχύει για λαούς που δίνουν βαρύτητα στο παρόν και το μέλλον ή διακατέχονται από ένα είδος εγωκεντρισμού. (Μικρόχαρη, στενόκαρδη χαρακτηρίζει ο Β. Τατάκης αυτή τη στάση). Γεγονός πάντως είναι ότι, είτε θέλουμε να το αναγνωρίσουμε είτε όχι, το παρελθόν υπάρχει στο παρόν, επηρεάζει τη ζωή μας, χωρίς πολλές φορές να το αντιλαμβανόμαστε. Βέβαια η αντίληψη ότι ό,τι  είμαστε το οφείλουμε στο παρελθόν είναι υπερβολική. Αυτό ισχύει σ' ένα μόνο ποσοστό. Αντίθετα πάλι η αποκοπή από το παρελθόν δείχνει έλλειψη ιστορικής συνείδησης και αυτό είναι πολλές φορές ολέθριο για το παρόν. Και ο λόγος είναι όχι τόσο γιατί η ιστορία αποτελεί μια συνέχεια, αλλά γιατί η έλλειψη ιστορικής μνήμης μας στερεί την ικανότητα να χειριστούμε το παρόν. Όχι βέβαια με την έννοια πως δεν έχουμε παραδείγματα από το παρελθόν -κάτι τέτοιο θα περιόριζε πολύ το ρόλο της ιστορίας- αλλά γιατί μας λείπει γενικότερα η ιστορική και κοινωνική κρίση για να ελέγξουμε το παρόν, την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική μας πορεία.
Μια στάση κριτική αντιμετωπίζει το παρελθόν όχι σαν ταμπού, αλλά σαν ένα δυναμογόνο στοιχείο για το παρόν. Δέχεται το παρελθόν όχι επειδή είναι παρελθόν, αλλά γιατί μπορεί να βοηθήσει το παρόν. Ο άνθρωπος σαν υποκείμενο της ιστορίας, σα δημιουργός της ιστορίας, βασίζεται όχι μόνο στους υποκειμενικούς παράγοντες, στο δυναμισμό του, αλλά και σε αντικειμενικούς παράγοντες, όπως είναι το παρελθόν

Αθ. Κιτσάκης, Τα δοκίμια του Λυκείου , εκδ. Πρωτοπορία, Αθήνα, 1990


Ιστορική μνήμη




 «Η ιστορική μνήμη, γράφει ο Δ. Γληνός, είναι καθολικό φαινόμενο στην ανθρώπινη κοινωνία από τις πιο πρωτόγονες μορφές της, που γνωρίζουμε, ως σήμερα. Σ' όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες με τρόπους πολλούς και διάφορους τα περασμένα ζούνε μέσα στα τωρινά και το σήμερα παίρνει τη ζωή από το χτες. Η βίωση αυτή η ιστορική μπορεί να ξεχωριστεί σε δυο μορφές, σ' επιβίωση και σε αναβίωση.
Η επιβίωση που μπορούμε να την ονομάσουμε και άμεσην ιστορική μνήμη, είναι η καθολικότερη μορφή, όπου ζει το χτες μέσα στο σήμερα. Αυτή έχει καθαρόν οργανικό χαρακτήρα μέσα σ' όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και μπορεί να πει κανείς, πως είναι από την ψυχική και πνευματική άποψη η "κατεξοχήν" κοινωνιοπλαστική δύναμη. Χωρίς αυτή κοινωνίες ανθρώπινες δε θα είχανε δημιουργηθεί. Η γλώσσα, ο θρύλος, η παράδοση, το έθιμο, το δίκαιο, η λαϊκή σοφία, η τέχνη, η λατρεία των προγόνων και γενικότερα η θρησκεία, έχουνε γι' απαραίτητη δημιουργική προϋπόθεση την επιβίωση του χτεσινού μέσα στο σημερινό και την εξιδανίκεψή του, την ύψωσή του σ' επιταγή και κανόνα.
Η αναβίωση από την άλλη μεριά είναι η έμμεση μορφή της ιστορικής μνήμης, η συνειδητή στροφή στα περασμένα, το συνειδητό ξαναζωντάνεμα, που γίνεται πάλι με αφετηρία να εξιδανικέψουμε το παλιό με σκοπό να το υψώσουμε σε κανόνα ζωής. "Παρά των προγεγενημένων μανθάνετε∙ αύτη γάρ άριστη διδα­σκαλία". "Πάλαι γάρ τα καλά τοις άνθρώποις εξεύρηται, εξ ων μανθάνειν δει". Η επιβίωση δεν είναι συνειδητή. Είναι άμεση μετάγγιση των μορφών της ζωής από ψυχή σε ψυχή, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά.
Η αναβίωση είναι συνειδητή. Στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός τα ξεμάκρυνε από την άμεση ιστορική μνήμη».


Αθ. Κιτσάκης, Τα δοκίμια του Λυκείου , εκδ. Πρωτοπορία, Αθήνα, 1990 

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

Σαν τον καραγκιόζη!
Η Ελλάδα του σήμερα αντλεί από τη λαϊκή παράδοση.
Μπράβο στα παιδιά και τους καθηγητές από το  6ο Δημοτικό Σχολείο Πρέβεζας

http://www.youtube.com/watch?v=0PRgK8ktekQ&feature=player_embedded
Η ταινία τιμήθηκε με το 1ο βραβείο καλύτερης μαθητικής ταινίας 2012
Artfools Video Festival Λάρισα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2011

Προγονολατρία και νέα δημιουργία

( φωτογραφία: παραδοσιακό κτίριο στα Γιάννενα . Πηγή:photos from Ioannina)
Του Δημητρη Λεβεντη*

Στη σύγχρονη Ελλάδα, αρθρώνεται από πολλούς φορείς, η πρόθεση δημιουργίας παραδοσιακών προτύπων και η επιθυμία ανακατασκευής ιστορικών ή παραδοσιακών κτιρίων ή και ολόκληρων οικιστικών τοπίων. Οι ανακατασκευές δεν περιορίζονται μόνο σε εξέχοντα μνημεία, παρά επεκτείνονται όλο και περισσότερο στην αντιγραφή κατεστραμμένων ιστορικών κτιρίων και συνόλων. Στην προσπάθεια αυτή, δεν βρίσκεται στο προσκήνιο η αυθεντικότητα του πρωτότυπου, αλλά η σκηνογράφηση χώρων και καταστάσεων. Η αναζήτηση ιστορικής ταυτότητας σε ιστορικά αρχιτεκτονικά ομοιώματα, η αδιαφορία για την αρχιτεκτονική κληρονομιά και η δυσφήμηση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής αποτελούν θεμελιώδεις αντιφάσεις στην εξασφάλιση της πολιτισμικής συνέχειας. Το ανακατασκευασμένο περιβάλλον επιβάλλει μια αναχρονιστική αρχιτεκτονική γλώσσα. Κατά την αναζήτηση ενός νέου έργου, το ιστορικό λεξιλόγιο, στην καθεμία τοπική εκδοχή του, μεταφέρει πλήθος πληροφοριών, οι οποίες συντάσσονται σε προτάσεις, βάσει σύγχρονων συντακτικών κανόνων. Η διατήρηση και η εξέλιξη δεσμών, με βάσεις πάντα το παρελθόν και εργαλεία τις εκάστοτε σύγχρονες αντιλήψεις, καθιστούν την ιστορία έννοια βιωματική.

Ακόμη και αν, χώροι με εξέχουσα σημασία, έχουν καταστραφεί, η ανακατασκευή τους είναι θεμιτή μόνο υπό ιδιαίτερες προϋποθέσεις. Ακόμη όμως και σε ιδανικές περιπτώσεις, δεν μπορεί να θεωρείται ότι κάτι χαμένο ανακτήθηκε. Η αυθεντικότητα του πρωτοτύπου δεν μπορεί να επιτευχθεί. Τα νεόκτιστα ομοιώματα μόνο «στο πνεύμα» επικοινωνούν με το ιστορικό πρότυπο. Αν όλοι κατανοήσουμε τις ευθύνες μας και ασχοληθούμε σοβαρά με τις έννοιες των βιώσιμων αρχών, θα παρακινήσουμε την κοινωνία και θα ενισχύσουμε την επιθυμία της για τη δημιουργία του δικού της αισθητικού ιδιώματος. Η προγονολαγνεία ας μην καταλαμβάνει τον χώρο της δημιουργίας που αναπτύσσεται με σύγχρονα και ειλικρινή κριτήρια. Η κοινωνία πρέπει να υποστηρίξει την αρχιτεκτονική που δεν παραμορφώνει την παράδοση, θαυμάζει το παρελθόν, γνωρίζει και αναλύει την ιστορία και σε καμία περίπτωση δεν αδιαφορεί για τη τύχη της. Η επανάληψη μορφών στερεί από την ιστορία ειλικρινείς μάρτυρες της σύγχρονης εποχής και συμβάλλει στη φτώχεια και την παραφθορά του αστικού πολιτισμού μας.

*Ο κ. Δημήτρης Λεβέντης είναι αρχιτέκτων.
Πηγή: Εφημερίδα Καθημερινή

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

ελληνική παράδοση

η σημασία της παράδοσης


Η σημασία της παράδοσης στον καιρό μας

Και πρώτα απ΄ όλα, τι θα πει παράδοση; Είναι τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, για υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές και αποθάρρυνση για μια προς τα άστρα εκτόξευση μας; Πως είμαστε τοποθετημένοι απέναντι της; Είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πως μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση να είμαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ΄ τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματος μας, η σκιά μας;
Ιδιαίτερα τούτο το χρόνο που την γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση; Στις μέρες μας πολύ γιορτάζονται τα ¨παραδοσιακά¨ και προστατεύονται όχι μόνο απ΄ τις αρχές, αλλά κι από τους συλλόγους, κι από τα γυμναστήρια, κι από τα κόμματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Θα ΄χετε ακούσει πως όλοι σκίζονται να μη χαθεί το πρόσωπο μας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας, και δίχως να ΄χουμε δραχμή αποφασίζουμε τη διατήρηση κάθε σπιτιού και κάθε χώρου μέσα στο οποίο κάποιος πρόγονος έζησε, σκέφτηκε ή τέλος πάντων έφτιαξε κάτι. Χώρια που υπάρχουν εκπομπές στην τηλεόραση όπου καλοδιατηρημένες κυρίες με οδοντιατρική άρθρωση και συνεχώς δακρύζοντα μάτια προσπαθούν να μας πείσουν πως κάθε πρόγονος, όλοι οι πρόγονοι, αρκεί να μην είναι κάποιος ζωντανός, υπήρξαν όλοι τους υπέροχοι, γενναίοι και εθνικοί. Και δεν χωράνε αυτά αμφισβήτηση και κριτική. Αποτελούν παράδοση εθνική.
Όμως έχουμε και μια διαφορετική παράδοση, πιο προοδευτική. Μέσα στην οποία ο συμπαθής μας Μουφλουζέλης κάνει περίπατο με τον στρατηγό Μακρυγιάννη σε ώρες απογευματινές. Ο πατήρ ημών Βαμβακάρης μελοποιεί σε ήχο πλάγιο τη ¨Γυναίκα της Ζάκυνθος¨ του Διονυσίου Σολωμού. Και Μαντώ Μαυρογένους χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, την Πασιονάρια ή την Πηνελόπη Δέλτα, ενισχύοντας έτσι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών.
Και όλα αυτά μας συντηρούν τα τελευταία δέκα χρόνια σ΄ ένα εκτυφλωτικό πανόραμα με μολυσμένο αγέρα, μέσα στον οποίο κινούμαστε όλοι μας, ανώνυμοι κι επώνυμοι, για να συνθέσουμε τελικά μια καινούργια και συγχρονισμένη εθνική φυσιογνωμία, κατάλληλη για αφίσες και γι΄ αναγνωστικά σχολείων κατωτάτης εκπαιδεύσεως. Έτσι, λέμε, θα μπούμε στην αιωνία Ευρώπη. Ενώ άλλοι φωνάζουν πως έτσι θα εξαφανιστούμε μέσα στην μεγάλη Ευρώπη. Σημασία έχει πως είτε χαθούμε είτε χωθούμε, θα είμαστε μέσα στην Ευρώπη. Κι όσο για την φυσιογνωμία, ας αρκεστούμε στην απλή Μεσογειακή. Η ημιμαθής προσήλωση των νέων μας στα ¨παραδοσιακά¨ και η χρήση των στοιχείων τους ανεξέλεγκτα, μαζί με τις ¨φιλότιμες προσπάθειες¨ των ¨ειδικών καλλιτεχνών του σήμερα¨ να συνυπάρξει ο Μάρκος Μπότσαρης με τον Γκεβάρα περιέχουν, αν όχι κίνδυνο, τουλάχιστον κάτι σαν γελοιοποίηση και μια καχυποψία για την εύκολη παρουσία της παράδοσης στα πόδια μας. Συγχρόνως δε αποτελεί κι αναστολή για κάθε σοβαρότερη προσπάθεια μας να βγούμε απ΄ το αδιέξοδο των καιρών, σαν σύνολο, σαν έθνος και σαν άτομα.
Γιατί, να πούμε την αλήθεια, η αφελής υπενθύμιση της εκ παραδόσεως αρετής μας καθ της παραδοσιακής γραφικής ιδιοτυπίας μας, αν δεν προκαλεί θυμηδία, τουλάχιστον ενισχύει τον τουρισμό, είναι εμπορεύσιμη, που λένε, και στοχεύει στο να ενισχύσει το εθνικό μας φρόνημα. Άλλο αν με το εμπόριο του γραφικού εκπορνεύεται η εθνική ευαισθησία και με την συνεχή πλύση εγκεφάλου περί του εθνικού διαβρώνεται η ψυχικότητα μας και η πνευματική αντοχή μας.
Αλλά τι γίνεται με την αυθαιρεσία των ασυμβίβαστων και επαναστατημένων νεολαίων, που ανακαλύπτουν απαίδευτες προεκτάσεις ηρώων και γεγονότων του καιρού μας μέσα στην τοπική παράδοση; Πως ν΄ αντιδράσει κανείς στις αφελείς δια λόγου ερμηνείες των ποιητικών κειμένων, και στην ακόμη αφελέστερη μουσική τους κάλυψη; Στ΄ αλήθεια, είναι παιδεία σήμερα να ερμηνεύει η Ρόζα Εσκενάζυ καθυστερημένα και λυπητερά τους προπολεμικούς και ανώνυμους ρεμπέτες, πλάι σε μεγαλοφάνταστα κι ακόμη αφελέστερα μελωδικά ντυσίματα των λόγων του Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη ή του Καβάφη; Κι αυτό είναι παράδοση! Και στ΄ όνομα της φυσικά λειτουργεί μια καλοστημένη μηχανή που μας εξουθενώνει. Κι όμως όποιος σκέφτεται και όποιος έχει τουλάχιστον την πρόσφατη συνέχεια του τόπου μέσα του, είναι σε θέση ν΄ αντιληφθεί πως το μόνο που δεν μας χρειάζεται πια είναι το γραφικό, η παράσταση, οι αλλοτινές συνήθειες. Γιατί όλα αυτά δεν μας ενώνουν με τους προγόνους μας, αν δεν τους έχουμε ήδη μέσα μας, τοποθετημένους ανεξίτηλα. Και γεννιέται πάλι ένα άλλο ερώτημα. Πόσο μας είναι η παρουσία τους χρήσιμη εντός μας; Και ιδιαίτερα σε τούτους τους καιρούς; Γιατί οι νεκροί, ως γνωστόν, μας συγκρατούν από το κακό, αλλά και μας κρατάνε δέσμιους στη Γη, δεν μας αφήνουν να πετάμε αν δεν τους αρνηθούμε. Χωρίς πάλι αυτό να σημαίνει πως έχουμε ανάγκη από μια χωρίς όρια παρουσία τους. Όταν μετά τον πόλεμο ο Πικιώνης με τους μαθητές του τοποθετούσε με περίσσια προσοχή το ένα πετραδάκι πλάι στο άλλο στου Λουμπαρδιάρη, ο Ελύτης είχε κιόλας ανακαλύψει, με την βοήθεια της Μαρίνας και της Ελένης του, το Αιγαίο, ο Εγγονόπουλος τα σπίτια των Ιωαννίνων κι ο Μόραλης με τον Νικολάου τις πόρτες και τα παραθύρια της Αίγινας και του Πόρου. Ο Σικελιανός έκανε παρέα με τον Σωτήρη τον Σπαθάρη στην Κηφισιά κι ο Καζαντζάκης έγραφε την ¨Ασκητική¨ του απομονωμένος στην Αίγινα. Τότες κι εγώ, γνήσιο παιδί εκείνου του καιρού, πρωτοανεκάλυπτα χωρίς μεθύσια, μονάχα με βαρύ γλυκό, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη και τον Δασκαλάκη. Πριν τριανταπέντε χρόνια.
Να μην ξεχνάμε επίσης πως η χώρα ήταν κατεστραμμένη απ΄ τον πόλεμο, την κατοχή και τους Γερμανούς και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκόνγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρόνων γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ότι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και προγονόπληκτο σκοταδισμό. Το γραφικό υπήρξε απαραίτητο. Με μόνη διαφορά πως δεν πρόφτασε να γίνει ουσία και να ξεπεραστεί μες΄ από διεργασίες πνευματικές. Άρχισε ο τουρισμός, η καλοπέραση και το εμπόριο. Υποχρεωθήκαμε να φορέσουμε τις εθνικές στολές και να χορέψουμε τον Καλαματιανό για Γάλλους, Άγγλους και Γερμανούς. Να φωτογραφηθούμε με σπασμένες κολώνες και να μιλήσουμε αρχαία σε αγγλική μετάφραση. Έτσι σήμερα ζούμε την τόσο συγκεχυμένη σχέση μας με την Παράδοση. Όλα τα θεωρούμε απαραίτητα, για να μπορέσουμε στο μέλλον να συμπληρώσουμε πιστοποιητικά καταγωγής. Κι ακούγεται παντού το κάπως φαρισαϊκό μας αίτημα: Η Ταυτότητα. Να μην χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Αλλά κανείς δεν επιχειρεί να διευκρινίσει ποια στοιχεία ακριβώς συνθέτουν την ταυτότητα μας, για να φροντίσουμε να τα μαζέψουμε και να τα προφυλάξουμε επιμελώς μέσα σε πλαστική ή δερμάτινη θήκη. Και τέλος, μας είναι πράγματι απαραίτητη, με τα στοιχεία του παρελθόντος; Αρχίζω επίσης ν΄ αμφιβάλλω.
Κείνο που νιώθω σίγουρα μέσα μου είναι μια φυσική απέχθεια σ΄ ότι γραφικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι συνήθειες του πατέρα μου και των λοιπών συγγενών παρά μόνο στο ποσοστό που συντηρούνται μέσα μου και μ΄ εξυπηρετούν στο σήμερα. Κι αυτό που περιέχω είναι μια ένδειξη ελληνικής Παράδοσης, τότε καλώς να υπάρξει. Γιατί δεν μ΄ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.
Με δυο λόγια το θέμα μας είναι: Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στην μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενο τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μας μες΄ στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποια είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ΄ την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πως θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;
Σας τα παραδίδω και συγχωρέστε μου που δεν υπήρξα πιο μεθοδικός στην τοποθέτηση του θέματος. Διαθέτω βλέπετε ποιητική ιδιοσυγκρασία που μου απαγορεύει την ομαλή δομή.
Ομιλία του Μάνου Χατζηδάκη στα Ανώγεια Κρήτης τον (Αύγουστος του 1979)
...

ορισμός

Παράδοση

Από την Live-Pedia.gr


Η λέξη σημαίνει τη μετάδοση, από γενιά σε γενιά, διάφορων ιστοριών και θρύλων για τόπους, ανθρώπους, διάφορα γεγονότα κλπ.

Ιερή παράδοση: Η ορθόδοξη Εκκλησία, εκτός απ' την Αγία Γραφή, έχει και την Ιερή Παράδοση, που αναφέρει ορισμένα διδάγματα της θρησκείας με ίση εγκυρότητα με τα γραμμένα στα ιερά βιβλία. Οι απόστολοι τόνιζαν πάντα τη σημασία της Παράδοσης.

Λαϊκή παράδοση. Είναι οι μυθικές διηγήσεις, που ο λαός συνδέει με διάφορους τόπους, με όντα υπερφυσικά ή με φυσικά φαινόμενα ή ιστορικά κυρίως πρόσωπα. Αυτές οι παραδόσεις είναι πλασμένες απ' τη φαντασία του λαού, που δημιούργησε τους δαίμονες και τα ξωτικά πνεύματα, που προσωποποίησε ζώα και φυτά. Έτσι, εξήγησε τη φύση και τα φυσικά φαινόμενα με αυθόρμητες, ελεύθερες ερμηνείες.

Ιστορική παράδοση. Είναι διηγήσεις που σώθηκαν από πολλά χρόνια και θεωρούνται απ' το λαό αληθινά, ιστορικά γεγονότα και που πιθανώς να έχουν ιστορικό πυρήνα.

Αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, σε καταστροφές πόλεων κ.ά.

Στις κατηγορίες αυτές των παραδόσεων ανήκουν κι οι μυθολογικές παραδόσεις για δαίμονες, καλικάντζαρους, στρίγγλες, μάγισσες, φαντάσματα.


Το δόσιμο, η παραχώρηση / ό,τι μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά όχι με το γραπτό λόγο αλλά με τον προφορικό / διδασκαλία / η επίδοση ενός αντίκειμένου σε κάποιον / η οικειοθελής αιχμαλωσία - παράδοση στον εχθρό / η αδυναμία αντίστασης και εγκράτειας σε επιθυμίες

θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις