Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεβασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σεβασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2015

Η κουλτούρα της αγένειας




Χαριτίνη Καρακωστάκη , 12/03/2013

Πώς φτάσαμε να θεωρείται κανονικότητα η επίδειξη των κακών τρόπων.

Όταν συναντιούνται τυχαία δύο άγνωστοι στον δρόμο, έλεγε ο Ερβιν Γκόφμαν (αμερικανός κοινωνιολόγος των ηθών της καθημερινής ζωής), αυτό που ακούγεται συχνότερα να βγαίνει από το στόμα τους είναι «καλημέρα» και «συγγνώμη». Και συμπλήρωνε: Αυτά τα «καλημέρα» και τα «συγγνώμη» πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τα μελετήσουμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί μια κοινωνία.
Αν ο Γκόφμαν μπορούσε να κάνει μια βόλτα σε ένα ελληνικό αστικό κέντρο τού σήμερα, ας πούμε στην πρωτεύουσα, θα παρατηρούσε ότι όταν συναντιούνται δύο άγνωστοι μπορούν να ακουστούν πολλά διαφορετικά πράγματα, εκ των οποίων σπανιότερα «καλημέρα» και «συγγνώμη». Ο εισαγωγικός χαιρετισμός συχνά απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από ένα, μάλλον επιθετικό, «να σας πω!». Η έκφραση δε του αιτήματος που πυροδοτεί την επικοινωνία είναι συχνά αδιαμεσολάβητη: «Θέλω αυτό» ή «Έχετε το τάδε;» ή «Το τσιγάρο σας έρχεται κατευθείαν πάνω μου!». Η απουσία  της λεκτικής ευγένειας συνοδεύεται συχνά και από εκφράσεις αγένειας πέραν της φυσικής γλώσσας: η παντελής αδυναμία συγκρότησης ουράς σε ένα ταμείο και οι συνακόλουθοι αναστεναγμοί δυσαρέσκειας που βγαίνουν από το παρατοποθετημένο μπουλούκι των ανθρώπων, το σολιψιστικό[1] μπλοκάρισμα του διαδρόμου ή της πόρτας στο βαγόνι του μετρό, η ευκολία με την οποία κάποιος «δεν σε βλέπει» και σε προσπερνά κλέβοντας τη σειρά σου, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν το «δυνατό άγγιγμα» που προκύπτει από το «ασυναίσθητο» σκούντημα ή ποδοπάτημα, δεν είναι παρά μερικές από αυτές.
Η αγένεια δεν είναι προφανώς ελληνικό προνόμιο. Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας.
Η κουλτούρα της αγένειας διαμορφώνει ασφαλώς και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. «Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;», «Αυτό που σου λέω, εγώ!» ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί («σα δεν ντρέπεστε!», «καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα») και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη («Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας») δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: «Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;».
Η ελληνική κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή, όπως αντίστοιχα μια άλλη εθνική κουλτούρα ευγένειας δεν είναι καθαυτή καλή. Πράγματι η χρήση κάποιων λέξεων όπως «καλημέρα», «συγγνώμη», «ορίστε», «παρακαλώ», «ευχαριστώ», καθώς και η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους την καλή συμβίωση των κατοίκων των πόλεων, ούτε επαρκούν για να εξαλείψουν τη βία – βίαιες συμπεριφορές εκδηλώνονται κάλλιστα και σε συνθήκης απόλυτης ευγένειας. Επιτελούν όμως, όπου χρησιμοποιούνται, μια σειρά από πολύπλοκες κοινωνικές λειτουργίες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέψουμε: οργανώνουν τις τυχαίες αλλά αναπόφευκτες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων, φτιάχνουν μικρές καθημερινές τελετουργίες, αισθητικοποιούν την επικοινωνία κρύβοντας την πραγματική αδιαφορία που μπορεί να νιώθει ο ένας για τον άλλον, επιτρέπουν την έκφραση μέχρι και των πιο παράδοξων αιτημάτων διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας στιγμιαίες σχέσεις εξάρτησης. Κυρίως, όμως, υφαίνουν το πλαίσιο μιας κουλτούρας που υπολογίζει τον Άλλον, επιτρέπει την κριτική, αλλά επιζητεί τη συναίνεση.
Όχι, η κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή. Ευνοεί όμως τις εκρήξεις, τις φορμαλιστικές αντιπαραθέσεις και τις ανταγωνιστικές επιδείξεις υπέρμετρων εγώ. Αντίθετα, η αναγνώριση του Άλλου και η προσοχή στις ανάγκες του, που αυτόματα προκύπτουν από τη μηχανική χρήση ξερών τύπων ευγένειας, καθρεφτίζουν μία προδιάθεση συναίνεσης, απαραίτητη για την αστική συμβίωση. Ευγένειες και αγένειες, ήρθε η ώρα όλες αυτές τις λέξεις, τις στάσεις, τις συμπεριφορές, να τις πάρουμε στα σοβαρά.

 Η Χαριτίνη Καρακωστάκη είναι πολιτική επιστήμων, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Paris)


Η μετατροπή του κειμένου σε "κριτήριο αξιολόγησης"  ΕΔΩ


[1] σολιψισμός < λατ. solus (= μόνος) + ipse (= αυτός ο ίδιος),
-Φιλοσοφική / επιστημολογική θεωρία σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε (με βεβαιότητα) είναι η προσωπική μας αντίληψη / συνείδηση. Ο εξωτερικός κόσμος -που μπορεί να μην είναι καν υπαρκτός- δεν είναι προσβάσιμος από τη γνώση μας (δε μπορεί δηλ. να γίνει κτήμα της).
-Μεταφυσική πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα μόνο του μυαλού του καθενός ανθρώπου. Άρα δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη σκέψη μας.  (πηγήhttp://el.wiktionary.org/wiki/%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%88%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 )

Κυριακή, Απριλίου 27, 2014

Να σέβεσαι και να ανέχεσαι τους άλλους


TOY ΝΙΚΟY ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗ

Σε μια πρόσφατη έρευνα πραγματοποιημένη από το World Values Survey με θέμα τη σημασία που δίνουν οι γονείς στη μετάδοση στα παιδιά τους της αξίας του σεβασμού και της ανεκτικότητας, η Ελλάδα κατατάχθηκε τελευταία ανάμεσα σε 69 χώρες. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικογένεια δεν θεωρεί σημαντικό να κοινωνικοποιεί τους νέους με βάση τις παραπάνω αξίες. Καθόλου τυχαία νομίζω, χαμηλά μαζί με την Ελλάδα βρίσκονται χώρες όπως η Ουγκάντα, η Αλγερία και το Πακιστάν, ενώ οι πέντε πρώτες χώρες στη σχετική λίστα ήταν η Σουηδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Γαλλία και η Ισλανδία. Το αποτέλεσμα της έρευνας δεν πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς με μια προσεκτικότερη ματιά θα αντιληφθούμε πως εδώ βρίσκεται η ρίζα πολλών δεινών μας ως κοινωνία.
Ο σεβασμός και η ανεκτικότητα είναι συμπληρωματικές αλλά διαφορετικής προέλευσης αξίες. Ο σεβασμός έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του άλλου στη βάση κυρίως μιας ιδιότητας ή ενός ρόλου και απορρέει από καθιερωμένους κανόνες κοινωνικής διαβίωσης: για παράδειγμα, σεβόμαστε τους δασκάλους μας, τους γονείς μας ή τους ηλικιωμένους, τους γείτονες ή τους προϊσταμένους μας. Από την άλλη, ανεκτικότητα σημαίνει προθυμία να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να σκέφτονται, να εκφράζονται και να δρουν ακόμη και με τρόπους οι οποίοι δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.
Ο σεβασμός ως αξία βρίσκεται εγγύτερα στον κόσμο του συντηρητισμού και της ευταξίας. Αποτελεί το είδος εκείνο της συμπεριφοράς που αντικατοπτρίζει αποδοχή παγιωμένων κοινωνικών ρόλων και σχέσεων. Από την άλλη, η ανεκτικότητα είναι μια φιλελεύθερη αξία που δείχνει την ικανότητά μας να συνυπάρχουμε με τους άλλους σε μια πλουραλιστική κοινωνία. Όπως σημειώνει ο πολιτικός επιστήμονας Α. Heywood, η φιλελεύθερη κοινωνική ηθική χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την αποδοχή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβράβευση της ηθικής, πολιτισμικής και πολιτικής διαφορετικότητας.
Μια κοινωνία μπορεί να παρουσιάζει πλεόνασμα σεβασμού και έλλειμμα ανεκτικότητας ή το αντίστροφο. Καμιά χώρα όμως δεν μπορεί να πάει μακριά εάν έχει έλλειμμα και στις δύο αυτές αξίες. Κι εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Παραδοσιακά συντηρητική, η ελληνική κοινωνία ήταν ανέκαθεν ελλειμματική σε ανεκτικότητα. Ο άλλος, ως διαφορετικός, είτε ενέπνεε φόβο είτε περιφρόνηση και διακωμώδηση (οι ομοφυλόφιλοι και οι διάφορες πολιτισμικές, θρησκευτικές ή άλλες μειονότητες το έζησαν έντονα στο πετσί τους αυτό). Από την άλλη όμως, η αξία του σεβασμού ήταν ιδιαίτερα ψηλά μέσα στη μέση ελληνική οικογένεια: να μάθεις να σέβεσαι τους άλλους ήταν κάτι με το οποίο γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες παιδιών ακόμη (ή συνήθως) και με τη μέθοδο της «ράβδου».
Η ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης υπονόμευσε τις καθιερωμένες κοινωνικές ιεραρχίες. Ο ηλικιωμένος καθηγητής σου, για παράδειγμα, έπαψε να θεωρείται πηγή κοινωνικής αυθεντίας και αξιοσέβαστο πρόσωπο. Τώρα μπορείς να τον χλευάζεις δημόσια, να του χτίζεις το γραφείο ή να τον κρατάς όμηρο για ώρες. Αν χρειαστεί μπορείς και να τον χτυπήσεις (όχι πολύ, ίσα-ίσα για «συμμόρφωση»). Το ίδιο μπορείς να κάνεις και με τους αντιπροσώπους (που εσύ ψήφισες) στο Κοινοβούλιο ή οποιονδήποτε άλλο φορέα υποτιθέμενου κύρους ή εξουσίας. Η ατομική ή συλλογική επιδίωξη, το «έτσι θέλω» έγινε για πολλούς η μόνη νομιμοποιητική δύναμη (παρατηρήστε πώς συμπεριφέρονται πολλοί συνδικαλιστές). Η μεταπολίτευση έθεσε άλλες προτεραιότητες και η παλιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να υποχωρήσει. Εξάλλου, όπως το είχε πει ο Α. Παπανδρέου: δεν υπάρχουν θεσμοί παρά μόνο ο λαός.
Ο σεβασμός ως αξία έχασε τη σημασία του, λοιπόν, αλλά μήπως γίναμε πιο ανεκτικοί; Κάθε άλλο. Καθετί διαφορετικό ως άποψη ή στάση ζωής προσλαμβάνεται ως απαράδεκτο και ως πρόκληση: Δείτε την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και θα το αντιληφθείτε γρήγορα: φωνές και ύβρεις, προσβολές κάθε είδους. Στο Κοινοβούλιο η κατάσταση είναι οικτρή. Μπορεί να σας φαίνεται παλιομοδίτικο (ίσως να φταίει ότι μεγαλώνω κιόλας), αλλά συγκινούμαι όταν ακούω αγορεύσεις παλιών κοινοβουλευτικών.
Μήπως όμως οι πολίτες μεταξύ τους συζητούν καλύτερα; Παρατηρήστε τους διαλόγους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η υπεραφθονία λεκτικής βίας με εκπλήσσει αρνητικά, με σοκάρει. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πόση πολλή ηδονή μπορεί να προσφέρει σε κάποιους η τάση να ξεφτιλίζουν και να υποβιβάζουν τον συνομιλητή τους και αυτόν που απλώς διαφωνεί μαζί τους. Ισως εδώ να βρίσκεται η ρίζα της επιτυχίας του ιδιότυπου χιούμορ του Λαζόπουλου: στη χαρά που πολλοί παίρνουν όταν βλέπουν αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους να ταπεινώνονται έστω και μέσω της σάτιρας (ή με πρόσχημα αυτήν).
Και ύστερα απορούμε για την ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής ή άλλων μορφών εξτρεμισμού. Στην πραγματικότητα, η λεκτική βία και η ισοπέδωση της διαφορετικής άποψης δεν είναι παρά ο προθάλαμος της σωματικής βίας και του αυταρχισμού. Όταν αποκαλείς τον άλλον δωσίλογο, πουλημένο, φασίστα, προδότη, γιατί απορείς στη συνέχεια αν κάποιοι θερμοκέφαλοι πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα;

Διασκευασμένο σε κριτήριο για τις ανάγκες των εξετάσεων μπορείτε να το δείτε ΕΔΩ

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/764358/opinion/epikairothta/politikh/na-sevesai-kai-na-anexesai-toys-alloys 27/04/2014

Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2013

Τα παιδιά με τα κλωνάρια


Άγγελος Τερζάκης
(παλιό μα παραμένει επίκαιρο)

Ήταν η ώρα του σούρουπου. Ένα ζευγάρι, αντρόγυνο, στην ώρα του σούρουπου κι εκείνο, κατέβαινε τη λεωφόρο πιασμένο μπράτσο, καθώς πορεύονταν τα ζευγάρια κάποιον άλλο καιρό. Το βάδισμά του ήταν κανονικό και λιγάκι βαρύ, ανάλογο με την ηλικία. Οι δυο μαζί πρέπει να έστριβαν τον κάβο του αιώνα.

Σε μια στιγμή, ξαφνικά μέσ’ από το μενεξελί σύθαμπο, ξεπροβαίνει μπροστά τους, σ’ αντίθετη φορά, μια ανάλαφρη παρέα: Κοριτσόπουλα και παιδαρέλια ανάμεσα στα δεκάξη και τα δεκαοχτώ τους. Γύριζαν από κάποιον εξοχικό περίπατο ή εκδρομή, γιατί κρατούσαν κλωνάρια, πρασινάδες, και τα κορίτσια είχαν σφιγμένα τα λιανά τους, σβέλτα πόδια σε παντελόνια. Ούτε λουλούδια αγκαλιές, ούτε μπουκέτα. Καμιά διάχυση σε χρώματα κι αρώματα. Ίσα ίσα δυο τρία κλαριά, σύμβολα στεγνά, ένα είδος μαρτυρίας λακωνικής του τόπου απ’ όπου έρχονταν. Η γενιά αυτή αγαπάει τη βραχυλογία, την κοφτή και σχεδόν βλοσυρή υποδήλωση, κάθε μεγαλοστομία τη σιχαίνεται, ακόμα και στα λουλούδια, που είναι για τον άνθρωπο η πιο έμφυτη ερωτική αλληγορία. Η φτερωμένη διμοιρία προχωρούσε σε ιδιότυπο σχηματισμό: Μπροστά τα κορίτσια, ξοπίσω τους τ’ αγόρια. Ήταν βέβαια ένα αυτοσχέδιο, καινούργιο εθιμοτυπικό που τα είχε συντάξει έτσι, όχι η παλιά πρόληψη για διαχωρισμό των εριφίων από τα πρόβατα. Το έβρισκαν φαίνεται πιο πρακτικό ή και πιο σύμφωνο με τον αντιλυρικό τους κόσμο. Το ζευγάρωμα είναι μια φυσιολογική λειτουργία και τίποτ’ άλλο – άρα μια στιγμή.

Οι δυο γενιές – το ζευγάρι, η διμοιρία – αντικρίστηκαν, αντιπέρασαν. Όμως, στα μάτια του πρώτου, είχε απομείνει ένα ξάφνιασμα, κάτι σα μυστικό χτύπημα στο μέτωπο, από κείνα που σε κάνουν μονομιάς να ξυπνήσεις αντίκρυ σ’ ένα νέο όραμα της ζωής. Στάθηκαν, γύρισαν κατά πίσω τα κεφάλια τους, κοίταξαν το σχηματισμό που ξεμάκραινε στο λιθόστρωτο με το γοργό, ρυθμικό του βήμα. Ξεκίνησαν πάλι. Είχες τώρα την εντύπωση πως το ζευγαρωμένο βάδισμά τους είναι λιγάκι πιο βαρύ.

- Είδες τα κορίτσια; είπε ο ένας. Πώς μας κοίταξαν!
- Αυτά πρόσεξα κι εγώ, έκανε η άλλη.

Αυτό τους είχε ξαφνιάσει. Όχι η αντίθεση στα χρόνια, το χτυπητό δίπτυχο που φέρνει, σε κάποια γραμμένη στιγμή, αντιμέτωπες τις γενιές. Εκείνο που τους είχε κρούσει, ήταν ο τρόπος που τους κοίταξαν τα κορίτσια μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα ώσπου ν’ αντιπεράσουν. Ίσια στα μάτια, αδίσταχτα, καρφωτά. Και με κάτι σαν ατάραχη αναμέτρηση, που τη στόμωνε αδιόρατα ένας ίσκιος δροσερής ειρωνείας.

Αναπόλησαν τότε άλλα αντικρίσματα, σε χρόνια περασμένα, πάλι ανάμεσα σε ηλικίες που έρχονταν και που έφευγαν. Ήταν διαφορετικά, πολύ διαφορετικά για να τα έχουν λησμονήσει. Αναθυμήθηκαν μάτια χλωρά, σαν και τούτα που είχαν τώρα δα περάσει, μονάχα λιγότερο αλύγιστα, μπορεί και λιγότερο σκληρά. Θέλησαν να είναι δίκαιοι, όσο τους περνούσε από το χέρι. Πιάσανε να εξηγούν, να σχολιάζουν. « Εμείς, είπανε, κοιτάζαμε τους μεγάλους με συστολή, σεβασμό. Τι ήταν ο σεβασμός; Μια ανατροφή που μας είχανε δώσει. Μέσα στα μάτια μας θάμπιζε η επίγνωση πως δεν ξέρουμε όσα ξέρουν εκείνοι, ένα δείλιασμα μπροστά στην υπεροχή. Αυτή η υπεροχή σήμερα σώζεται; Ας κάνουμε τον έλεγχό της δίχως προκατάληψη ».

Αυτά τα παιδιά βγαίνουν από έναν πόλεμο δίχως προηγούμενο. Έναν πόλεμο που απογύμνωσε όλες τις αξίες. Χωρίς να το ξέρουμε, χωρίς να το υπολογίσουμε, χωρίς να το καλοσκεφτούμε, βάλαμε σ’ αυτόν την τιμή μας. Διακηρύξαμε αρχές και τις ξεγράψαμε, επιχειρήσαμε να διορθώσουμε τον κόσμο και τον καταντήσαμε χειρότερο από πριν. Υπάρχει εδώ ένα θέμα κύρους, που μονάχοι μας το κλονίσαμε. Ο σεβασμός είναι άγραφος νόμος, μια τάξη αναγκαία για την ισορροπία της ζωής, εξασφαλίζει την ομαλή διαδοχή, οργανώνει εσωτερικά τον καινούριο κι ορμητικό φορέα της. Δεν είναι όμως προνόμιο, επιταγή δίχως αντίκρισμα. Η υπεροχή δεν μπορεί να σταθεί σαν κάτι δεδομένο. Πρέπει να έχει τα πειστήριά της πάντοτε έτοιμα, ακόμη κι αν δεν της τα ζητήσει ποτέ κανένας. Διαφορετικά, γίνεται αυθαιρεσία, πρόληψη, ταμπού, ωμό δίκαιο του συμπτωματικά και πρόσκαιρα ισχυρότερου. Ήταν ένας καιρός, πραγματικά, όπου ο σεβασμός αξιωνόταν με το έτσι θέλω από εκείνον που τύχαινε να έχει ένα χρονικό και μόνο προβάδισμα. Ο κόσμος γνώρισε πρεσβύτερους ανάξιους, που απαιτούσαν το σεβασμό μόνο και μόνο γιατί έτσι τους συνέφερε και γιατί είχαν την εξουσία να τον επιβάλουν. Ο καιρός αυτός, ας το πάρουμε απόφαση, έχει περάσει.

Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο, από δω κι εμπρός, ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατόρθωσες να «φτάσεις» δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς ανήκει στην ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι ν’ ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνη θα σε στηρίζει, όχι ο τίτλος.

Μέσα στα μάτια εμάς των παλαιότερων, που χαμηλώνονταν μπροστά στον οποιοδήποτε πρεσβύτερο με συστολή, έβλεπες την ωραία νεανική σεμνότητα, αλλά έβλεπες συχνά και τη θολή υποκρισία και τη μωρία. Έβλεπες μια παθητική συμμόρφωση με μια σύμβαση. Πολλές φορές τη φοβισμένη υποταγή σε μιαν επικρεμάμενη φοβέρα. Δε σεβόμασταν πάντα όλους εκείνους που τους δείχναμε σεβασμό. Και συχνά «σεβόμασταν» εκείνους που θα έπρεπε ν’ αγαπάμε, να εκτιμούμε ή και να θαυμάζουμε, επειδή μας έπεισαν, επειδή δείχτηκαν άξιοι της αγάπης μας ή του θαυμασμού μας. Αν η υποταγή εκείνη στην ανεξέλεγκτη αυθεντία δεν ήταν τόσο τυφλή, συμβατική, μπορεί και ο κόσμος σήμερα να μην είχε ξεστρατίσει τόσο στην ασέβεια. Η σημερινή ανταρσία είναι, σ’ ένα τουλάχιστον ποσοστό της, έργο των σύγχρονων γονιών, που θέλησαν ν’ αντιδράσουν, συχνά ασύνειδα, στην παλιά εκείνη τάξη πραγμάτων. Καταπιεζόμενοι της χτες, έπεσαν σ’ έναν άκριτο φιλελευθερισμό απέναντι στα παιδιά τους. Τ’ άφησαν ουσιαστικά ακυβέρνητα εκεί που θα ‘πρεπε με κατανόηση και με σύνεση να χαλαρώσουν τα γκέμια.

Audiatur et altera pars. Ο αυτοέλεγχος είναι αναγκαίος. Από εκεί και πέρα, απομένει πάντα ένα περιθώριο αρκετά πλατύ, για να κακίσουμε, δικαιολογημένα πια, το θράσος της σημερινής νεολαίας. Άλλωστε όχι όλης της νεολαίας. Μιας μερίδας της, που τυχαίνει να τη συκοφαντεί ολάκερη, επειδή είναι φυσικά η πιο πολυθόρυβη και προκλητική. Η άλλη αγωνίζεται βουβά, σκυμμένη, ν’ ανασυντάξει τον κόσμο, να βρει καινούρια, στερεά ερείσματα στη ζωή. Ν’ αγαπήσει και να πιστέψει.

Οι θρασείς θα φύγουν. Θα τους αποβάλει μονάχο του το σώμα της αυριανής κοινωνίας, γιατί χρειάζεται πάντα ένας εσωτερικός νόμος, ένα ηθικό μέτρο, που να οργανώνει τη συμβίωση. Τι θ’ απομείνει από το ήθος της σημερινής νεολαίας; Μπορεί και μόνο το ξάστερο, θαρρετό τούτο βλέμμα των κοριτσιών που πέρασαν μέσα στο σούρουπο με τα κλωνάρια στο χέρι. Το βλέμμα που ξέρει να κοιτάζει ίσια, κατάματα, να μετράει και να ρωτάει. Ας τους ευχηθούμε όμως ακόμα κάτι: Σαν έρθει και γι’ αυτά η ώρα να πάρουν την άλλη κατεύθυνση στη λεωφόρο, τότε που ο κόσμος τους θα έχει ξεπεράσει πια τη σημερινή του επαναστατική αδιαλλαξία και ψυχρότητα, να μπορούν να νιώσουν την ίδια μ’ εμάς παμπάλαιη, τρυφερή αδυναμία, που κάνει τον άνθρωπο να στηρίζεται στον άνθρωπο και το ζευγάρι ν’ αποσύρεται μέσα στο σούρουπο σφιγμένο, με την άχνα γύρω του μιας τελευταίας θαλπωρής. Ίσως τότε ανακαλύψουν μιαν ανυποψίαστη ποικιλία του σεβασμού: Την ευλάβεια μπροστά στους κουρασμένους, αυτούς που δεν έχουν πια ψευδαισθήσεις, κλωνάρια, τρόπαια.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

Ο Αυτοσεβασμός




Καθώς ζούμε σε αδιάκοπη επικοινωνία με  τους άλλους ανθρώπους, καθώς τους μελετούμε μέσα στην ταραχή του βίου, απομένουμε συχνά έκπληκτοι, έτσι που ανεβαίνει στη συνείδηση μας μια διαπίστωση: οι άνθρωποι του καιρού μας είναι συνήθως πιο έξυπνοι από τους ανθρώπους άλλων καιρών, περισσότερο μορφωμένοι, ο αιώνας μας αδιάκοπα τους παρέχει την ευκαιρία να θεμελιώσουν, να συγκροτήσουν και να υψώσουν μέσα στη ζωή μια προσωπικότητα γερή κι ολοκληρωμένη, κι όμως· αυτό το πρωταρχικό έργο δε συντελείται σήμερα. Οι προσωπικότητες μένουν ανολοκλήρωτες, οι πνευματικές φυσιογνωμίες προβάλλουν αποσπασματικά: άλλοτε ανεβαίνουν και λάμπουν, άλλοτε βουλιάζουν και χάνονται. Το συνηθέστερο όμως είναι πως έχουμε απουσία αληθινών προσωπικοτήτων, κάτι χειρότερο: δεν υπάρχει ο συνεχής πόνος και η ακαταλάγιαστη έγνοια να συγκροτηθεί αυτή η εσωτερική, ηθική φυσιογνωμία του κάθε ανθρώπου, αυτό που λέμε προσωπικότητα. Κι έτσι, η πρωταρχική περιπέτεια του σημερινού ανθρώπου καταλήγει να είναι μια περιπέτεια εσωτερικής διάλυσης, ερήμωσης και καταβύθισης μέσα στη μάζα. Οι ατομικότητες χάνονται. Κι όταν οι ατομικότητες χάνονται, εμφανίζεται στο προσκήνιο η βαρβαρότητα, έστω κι αν είναι ντυμένη την αστραφτερή στολή της πυρηνικής «προόδου».
Κάθε μέρα, όλο και περισσότερο βεβαιωνόμαστε πως μυστηριώδης, συγκολλητική ουσία του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, το χαρμόσυνο έναυσμα του ηθικού εκείνου οργασμού που θα συγκροτήσει τελικά, ανάμεσα από ποικίλες περιπέτειες και δοκιμασίες, την ανθρώπινη προσωπικότητα, είναι ο Αυτοσεβασμός.
Τι θα πει «αυτοσεβασμός»; Θα πει αναγνώριση, κατάφαση, σεβασμός προς την ιερότητα της ίδιας, της δικής μας ανθρωπιάς. Είναι αυτοεκτίμηση, διαπίστωση σπαραχτική πως είμαστε μέσα στον κόσμο αυτό ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο θαύμα, θαύμα του σώματος, θαύμα του νου, λάμψη του πνεύματος, φλογώδης παρουσία καρδιάς, άνθηση διαρκής των ιδανικών, του ονείρου. Καταλάμπεται, πρέπει να καταλάμπεται η συνείδησή μας από αυτό το θαύμα. Και τότε, αναπηδά από μέσα μας σαν αδιάπτωτο ρίγος αυτός ο σεβασμός, η εκτίμηση προς το μυστήριο που είμαστε, προς την ιερότητα που περικλείνουμε, προς τις απίστευτες δυνατότητες αγάπης, θυσίας, δημιουργίας, σπουδής και μάχης, που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος.
Αρχίζουμε συνήθως από τη σοφή επιταγή «ένδον σκάπτε!» και καταλήγουμε ν' ανακαλύψουμε την αξία της ανθρωπιάς μας. Η ανακάλυψη αυτή έχει, πρέπει να έχει μόνιμες και συγκλονιστικές συνέπειες για τη ζωή μας. Ο αυτοσεβασμός είναι κάτι πιο βαθύ, πιο άμεσο, πιο άγιο, από εκείνο που λέμε στην εποχή μας «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Είναι η αλάλητη αυτοαναγνώρισή μας, ένα θάμπος ηθικό γι' αυτό που είμαστε αλλά και γι' αυτό που μπορούμε να γίνουμε.
Πρωταρχική έκφραση του ανθρώπινου αυτοσεβασμού είναι η ειλικρίνεια. Ειλικρίνεια και προς τους άλλους ανθρώπους αλλά και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο αυτοσεβασμός δεν είναι εκδήλωση εγωισμού. Το συγκλονισμό που αισθανόμαστε μπροστά στην αυτοανακάλυψή μας, μπροστά στον ίδιο μας τον εαυτό, τον αισθανόμαστε και μπροστά στους άλλους ανθρώπους. Είναι μια επανάληψη του θαύματος που εισρέει μέσα μας με την όραση, την ακοή, την αφή, που γίνεται ένα άλλο θάμπος, καθώς διαπιστώνουμε την αλλοτριότητα του άλλου και την ομοιότητά του συγχρόνως μ' εμάς. Είναι ιδιοσυγκρασίες τόσο διάφορες, τόσο απροσδόκητες κάποτε, αλλά είναι άνθρωποι που υποφέρουν από τους ίδιους καημούς, που τρέφουν παραπλήσια προς τα δικά μας όνειρα, που αγαπούν, που φοβούνται, που περιμένουν, που θυσιάζονται, που υποφέρουν, που ευτυχούν με το τίποτα σχεδόν: μ' ένα καλό λόγο, μ' ένα ανάβλεμμα ιλαρό, με μια θερμή, γελούμενη χειραψία. Αυτό το θάμπος του άλλου μέσα στη σχεδία του γάμου, γίνεται ένας κατακλυσμός μυστηρίου, μια συνεχής καταιγίδα του θείου που αποκαλύπτει διά των ανθρώπων, των πλασμάτων του, τη σοφία.
Ειλικρίνεια προς τον εαυτό μας, είναι λόγος εύκολος αλλά πράξη δυσχερέστατη, επίμονη. Ο εαυτός μας αδιάκοπα μας ξεφεύγει, κι όταν επιτέλους, κάποτε κατορθώσουμε να τον στήσουμε αντίκρυ μας και να τον παρατηρήσουμε όσο πιο αδέκαστα γίνεται, να τον ελέγξουμε, να θελήσουμε να τον επαναφέρουμε στην πνευματική τάξη απ' όπου οφείλει να μην ξεφεύγει, εκείνος, γνωρίζοντας ότι τον αγαπούμε, καταλαβαίνοντας ότι για να τον μισήσουμε, κατά την ευαγγελική επιταγή, θα πρέπει πολύ, πάρα πολύ ακόμη να παλέψουμε, μας ζητά ένα ψέμα, μιαν άφε­ση για να ξεφύγει από την αδυσώπητη, αλλά συνήθως βραχύχρονη, αυτοατένιση.
Μνημονεύσαμε την πνευματική τάξη. Τούτο ακριβώς σημαίνει ο αυτοσεβασμός: τάξη πνευματική, ζωή συνειδητή, οργανωμένη σωστά, προσωπικότητα που απορρίχνοντας το ψεύδος και τη συναισθηματική αιθάλη, αρχίζει να λατρεύει με πάθος την αλήθεια. Δεν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να σέβεται τον εαυτό του και να τον εξαπατά. Ούτε, πολύ περισσότερο, να εξαπατά τους άλλους. Η εξαπάτηση είναι εσωτερική και κοινωνική αθλιότητα του ανθρώπου, είναι αγυρτεία που μπορεί να 'χει προς στιγμή ή και μονιμότερες «επιτυχίες», αλλά στο βιβλίο της σωστής, ανδροπρεπούς, σοβαρής και συνειδητής ζωής ο άνθρωπος αυτός μηδενίζεται.
Σέβομαι τον εαυτό μου; Του λέω την αλήθεια, τον ζυμώνω με την αλήθεια, δεν τον δικαιολογώ. Τον τοποθετώ μέσα στα πράγματα, ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, με τη συνείδηση της ιερότητάς του. Σέβομαι τους άλλους ανθρώπους; Τους τιμώ με την ειλικρίνειά μου, τους λέγω την αλήθεια με σεμνότητα, ευγένεια και σαφήνεια. Τους βοηθώ έτσι να βρουν τη δική τους αλήθεια, να επικοινωνήσουν με τον ίδιο τους τον εαυτό, να τον γνωρίσουν αληθινά. Έτσι θεμελιώνεται η αυθεντικά έντιμη ζωή, έτσι αναπτύσσεται η ανθρώπινη προσωπικότητα, έτσι από τη μάζα αναπηδά, άλκιμη κι ανθεκτική στις περιπέτειες του βίου, η ατομικότητα εκείνη που θα ωριμάσει για να ολοκληρωθεί, να γίνει προσωπικότητα.
Γίνεται ίσως φανερό πως ο αυτοσεβασμός συμπορεύεται με το πάθος της αλήθειας. Αλλά η ανάσα της αλήθειας αυτής είναι πολύ πλατιά. Δε μεθοδεύει, δεν αποσαφηνίζει μονάχα τα πράγματα του καθημερινού βίου: τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, τις σχέσεις με τον ίδιο μας τον εαυτό. Απαιτεί από τον άνθρωπο και τον ωθεί να αποκαλύψει μέσα του, αν αληθινά το θαύμα του εαυτού του τον έχει συγκλονίσει, τη βασική, την πρωταρχική αλήθεια της δημιουργίας του, της παρουσίας του μέσα στον κόσμο αυτό.
Ύστερα από τέτοιο ηθικό αγώνισμα, πώς να τολμήσει, πώς να επιθυμήσει να θέσει κανείς το δάχτυλο του πάνω στη σημερινή πραγματικότητα; Εδώ πια ο αυτο­σεβασμός έχει ολοκληρωτικά αρθεί. Μια βαθιά φαυλότητα έχει καλύψει με τη λέ­πρα της τις συνειδήσεις, τις έχει φθείρει, τις έχει σαπίσει κι ο κόσμος μας έχει με­ταμορφωθεί σε ένα απέραντο χαλκείον απάτης. Πόλεμοι, προπαγάνδες, πολιτικοί ελιγμοί, διπλωματικές αναπτύξεις, το δίκιο του ισχυρότερου, η αποψίλωση του αν­θρώπου από κάθε ιερό κι απαραβίαστο δικαίωμα, όλα καθημερινώς αναιρούν τον αυτοσεβασμό κι ωθούν προς την κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας της οικουμένης τους πιο «καπάτσους», εκείνους που, νεκροί εσωτερικά, ξέρουν να ελίσσονται, να διαπραγματεύονται, να υπόσχονται με την προϋπόθεση πως δε θα τηρήσουν ποτέ το λόγο τους, να εκβιάζουν, να κερδίζουν τελικά το παιχνίδι του κόσμου τούτου που πλέον, και οι πιο επιφυλακτικοί ανάμεσά μας, ομολογούν πως είναι παιχνίδι του Κακού.
Ο άνθρωπος έχει εξουθενωθεί. Πού πια αυτοσεβασμός, πού ιερότητα, πού καη­μός της αλήθειας, πού ειλικρίνεια; Καθημερινά υπάρχουν πια κάποιοι άνθρωποι που πολιορκούνται από τον πειρασμό, να προσχωρήσουν κι αυτοί στο παιχνίδι, ν' απορρίψουν τις αρχές τους. Δεν αντέχουν να χάνουν, δεν αντέχουν να κερδίζουν οι άλλοι, οι ανάξιοι.
(Η Μαρτυρία του Ανθρώπου)
Πηγή:Δοκίμια Λυκείου, Υπηρεσία ανάπτυξης προγραμμάτων, Κύπρου, σελ. 181 - 183

Οι άξιοι, οι Ανάξιοι και οι Επιτυχίες τους




 -επειδή η μετριοφροσύνη είναι προϋπόθεση του (αυτο)σεβασμού-


(απόσπασμα)

Όταν κάποιος φτάνει στην κορυφή με την αξία του, τι ευλογία Θεού θεωρείται αυτή η περίπτωση! Κι είναι, αλήθεια, αξιοθαύμαστο, να φτάσεις με την αξία σου, ανάμεσα από μύριες πλεκτάνες που επινοούν γύρω σου οι πονηροί. Μακάριοι λοιπόν εκείνοι, που, ήρεμοι, νηφάλιοι, χωρίς ν' αντιτάξουν μηχανεύματα στις πλεκτάνες και σωσίβια στις παγίδες, έφθασαν στην κορυφή, βαδίζοντας κατευθείαν, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος, και χωρίς να λοξοδρομήσουν. Ας ευχαριστούν αυτοί το Θεό, γιατί είναι σπάνιο να το επιτύχεις αυτό, χωρίς να φθείρεις την αρετή σου.
Και είναι χαρακτηριστικό πόση νηφαλιότητα και μετριοφροσύνη διατηρούν συνήθως αυτοί οι άνθρωποι, Ο μεγάλος κίνδυνος, όταν φτάσεις στην κορυφή, είναι να ζαλιστείς και να πέσεις στον εγωισμό, στην αλαζονεία. Και συνήθως δεν το αντιλαμβάνεσαι ο ίδιος, ότι πέφτεις στην αλαζονεία. Ενώ είσαι μετριοπαθής άνθρωπος, όμως μέρα με την ημέρα η εξουσία, το μεγάλο αξίωμα, μπορεί να σε χαλάσει, από μέσα, αδιόρατα, χωρίς να αντιληφθείς εσύ ο ίδιος αυτή την αργή μεταμόρφωση. Γίνεται τόσο αργά, τόσο αθόρυβα, ωσάν να θέλει να κρυφτεί από τα ίδια μας τα μάτια.
Ένας αρχαίος ναύαρχος, επειδή νίκησε σε μια ναυμαχία, φαντάστηκε ότι είναι Ποσειδών, και συνήθιζε να κρατεί στο χέρι, για σύμβολο, μια τρίαινα! Πώς δεν καταλάβαινε ότι αυτό ήταν γελοίο, σαν μια μασκαράτα;
Ένας άλλος, επειδή νίκησε σε μια μάχη, έλεγε ότι το δόρυ του ακουμπούσε στον ουρανό. Το πόσο ήταν γελοία αυτή η ιδέα δε θα το αντελήφθη παρά μόνον, όταν οι φίλοι του του είπαν ειρωνικά: Αλήθεια, ας κάνουμε πέρα, μήπως τρυπήσεις τον ουρανό και πέσει απάνω μας!
Ο φρόνιμος λοιπόν και άξιος φτάνει νηφάλιος και παραμένει νηφάλιος καθώς κρατεί το αξίωμά του. Διατηρεί τη μετριοφροσύνη του, που είναι η υψηλότερη αρετή. Η μετριοφροσύνη είναι, κατά τον La Bruyere, καθώς οι σκιές στις φιγούρες ενός πίνακα. Αυτές οι σκιές κάνουν πιο έντονες τις μορφές και τις εικόνες.
«Κανένας αληθινά σπουδαίος άνθρωπος» λέγει ο Ρενάν, «δεν πιστεύει κατά βάθος ότι είναι σπουδαίος. Από τη στιγμή που θα το πιστέψει, θα πάψει να είναι σπουδαίος». Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ο φρόνιμος ανησυχεί κάθε στιγμή μήπως εγκαταλείψει τη μετριοφροσύνη του και πέσει στην αλαζονεία. Κι αυτή η ανησυχία είναι ακριβώς η ουσία της μετριοφροσύνης. Γιατί ο πραγματικά μετριόφρων ποτέ δε θεωρεί ότι είναι μετριόφρων. Πάντα ανησυχεί μήπως μεγαλοποιεί την αξία του. Γιατί, αλήθεια, λέγει πάλι ο Ρενάν, «αν κατά βάθος πιστέψει ότι είναι μετριόφρων, από τη στιγμή αυτή παύει πια να είναι μετριό­φρων».

Μιχ. Α. Στασινόπουλος
Πηγή: Δοκίμια Λυκείου, Υπηρεσία ανάπτυξης προγραμμάτων, Κύπρος, σελ.184

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

σεβασμός

Ουσιαστικό , γένος αρσενικό



  • η εκτίμηση που δείχνουμε σε κάποιο πρόσωπο για τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα και τα κάθε λογής προσόντα του
  •  η τήρηση και η εκούσια συμμόρφωση σε νόμο, διάταξη, όρο κλπ
  • η συμπεριφορά απέναντι σε κάτι που δεν προσβάλλει ή απειλεί την ταυτότητα, την ιδιαιτερότητα ή την ίδια την ύπαρξή του πρέπει να δείχνουμε σεβασμό απέναντι στο περιβάλλον                         Πηγή: Βικιλεξικό 

θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις