Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2009

Η γλώσσα της εξουσίας + η εξουσία της γλώσσας

ΚΕΙΜΕΝΟ | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ (dimitrisangelidis@gmail.com)




Η γλώσσα της εξουσίας
Κατηγορούμε συχνά τους πολιτικούς ότι χρησιμοποιούν γλώσσα «ξύλινη», μια έννοια μάλλον ασαφή, που σημαίνει συνήθως γλώσσα άκαμπτη, δυσνόητη και απομακρυσμένη από την πραγματικότητα.
………………………………………………………………………………….
Δεν είναι, βέβαια, μόνον ο πολιτικός λόγος που οργανώνεται με συγκεκριμένο τρόπο, προκειμένου να πετύχει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Ολοι οι ομιλητές, κάθε φορά, κάνουν συγκεκριμένες επιλογές λεξιλογίου και γραμματικής. Αυτές οι επιλογές υποβάλλουν μια συγκεκριμένη οπτική της πραγματικότητας και αποκλείουν άλλες, οι οποίες θα προέκυπταν αν οι επιλογές των ομιλητών ήταν διαφορετικές. Αλλο είναι να πεις: «Απωθήθηκαν ταραχοποιά στοιχεία» και άλλο «Η αστυνομία χτύπησε διαδηλωτές». Οι δύο φράσεις νοηματοδοτούν τελείως διαφορετικά το ίδιο περιστατικό.
«Οταν επαναλαμβάνονται συγκεκριμένες επιλογές λεξιλογίου και γραμματικής, τότε όχι απλώς υποβάλλουν, αλλά ουσιαστικά επιβάλλουν εμμέσως την οπτική τού ομιλητή» λέει η Μάρω Κακριδή - Φερράρι. «Αυτή είναι η περίπτωση του πολιτικού λόγου, ενός κειμενικού είδους που αποκτά την οργάνωση και τις συμβάσεις του από την κοινωνική πρακτική της πολιτικής δραστηριότητας στις διάφορες εκφάνσεις της (συνέντευξη, κοινοβουλευτική ομιλία, προεκλογική ομιλία κ.ά.) και από τα υποκείμενα που εμπλέκονται σ' αυτήν: τους πολιτικούς και το ακροατήριό τους, ως πιθανούς ψηφοφόρους».
…………………………………………………………………………..
Αν και η παράθεση επιχειρημάτων δίνει την εντύπωση ότι ο πολιτικός λόγος απευθύνεται στη λογική μας, στην πραγματικότητα απευθύνεται στο θυμικό μας με διπλό στόχο: από τη μια, να επιφέρει την ταύτιση του ακροατηρίου με τον ομιλητή• από την άλλη, να εμποδίσει την ορθολογική ανάλυση του λόγου, η οποία θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη μοναδική αλήθεια που ο πολιτικός λόγος διατείνεται ότι πρεσβεύει.



...και η εξουσία της γλώσσας
Μας λένε κάποιοι, που δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης ανησυχίας για την επιβίωση του ελληνικού έθνους, ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει να χαθεί.
Και σπεύδουν να μας δώσουν παραδείγματα λαθών που ψάρεψαν στο δημόσιο λόγο, οικτίροντας τους αμαθείς που λένε «ανταπεξέρχομαι» αντί για το σωστό «αντεπεξέρχομαι», «απανέκαθεν» αντί «ανέκαθεν», «όλους όσους» αντί «όλους όσοι».
Η γλωσσολογία τούς διαψεύδει. Η γλώσσα μας όχι μόνο δεν φαίνεται να χάνεται, αλλά συνεχίζει ακμαία την πορεία της στο χρόνο. Οπως κάθε γλώσσα, έτσι και η ελληνική εμπλουτίζεται, προσαρμόζεται και εξελίσσεται. Μας λέει, επίσης, η γλωσσολογία ότι το σωστό και το λάθος στη γλώσσα δεν είναι απόλυτες έννοιες και ότι η υπόδειξη του σωστού δεν είναι πάντα όσο αθώα φαίνεται. Συχνά η υπόδειξη του σωστού και ο στιγματισμός του λάθους λειτουργούν εξουσιαστικά, προάγοντας κοινωνικές ανισότητες.
…………………………………………………………………………………
«Δεν υπάρχουν για τη γλωσσολογία τυχαία ή ανόητα λάθη» λέει η Μάρω Κακριδή - Φερράρι. «Τα λάθη γίνονται σε σημεία του συστήματος που είτε είναι αδιαφανή είτε αποτελούν εξαιρέσεις στους γλωσσικούς κανόνες. Οταν κάποιος λέει: "Τα αποτελέσματα επεξεργάστηκαν από ειδικούς", το λέει επειδή παρασύρεται από την ενεργητική διάθεση του ρήματος επεξεργάζομαι, που όμως είναι αποθετικό και δεν έχει ενεργητική φωνή. Πιθανότατα αυτό το λάθος κάποια στιγμή να ενταχθεί στην πρότυπη γλώσσα και να μη θυμόμαστε ότι κάποτε ήταν λάθος. Οπως δεν θυμόμαστε σήμερα ότι κάποτε το "δείχνω" ήταν λάθος και το σωστό ήταν το "δεικνύω", και ότι ακόμη παλιότερα το σωστό ήταν το "δείκνυμι"».
Αλλο λάθος, για το οποίο έχει γίνει μεγάλος θόρυβος, είναι το «απανέκαθεν». Εξηγεί ο μεταφραστής Γιάννης Η. Χάρης, που αρθρογραφεί χρόνια για τη γλώσσα: «Το αρχαϊκό επίθημα "-θεν" δεν είναι διαφανές. Δεν μπορεί να το αναγνωρίσει κάποιος, να καταλάβει μόνος του ότι σημαίνει "από", παρά μόνο αν το έχει διδαχτεί ειδικά. Οταν θέλει, λοιπόν, να χρησιμοποιήσει το "ανέκαθεν" ως επίρρημα, βάζει μπροστά την πρόθεση "από", την οποία δεν αναγνωρίζει στο "-θεν" - όπως λέει "από μακριά", "από κοντά" ή "από παλιά", που έχει, μάλιστα, παραπλήσια σημασία με το ανέκαθεν».
Για όσους διαμαρτυρηθούν, ο Γιάννης Η. Χάρης επισημαίνει ότι αυτό το λάθος βρίσκεται μεταξύ άλλων στον Ομηρο («απ' ουρανόθεν», καθώς και «εξ ουρανόθεν»), στους Ευαγγελιστές («από μακρόθεν») και στον Ελύτη, έστω κι αν ο ποιητής το χρησιμοποίησε για λόγους προσωδίας («πάλι βγήκα εκεί / που το κολύμπι μ' έβγαζε απ' ανέκαθεν» («Τα ελεγεία της οξώπετρας»). Μάλιστα, ο Εμμανουήλ Κριαράς το έβαλε στο λεξικό του ως λαϊκό τύπο.
Πρέπει, λοιπόν, να σταματήσουμε να διορθώνουμε; «Αν δεν διορθώσουμε κάποιον», λέει η Μάρω Κακριδή - Φερράρι, «τον αφήνουμε εκτεθειμένο στην κριτική και στο στιγματισμό, μια που το σχολείο και η κοινωνία έχουν συγκεκριμένη αντίληψη για το "λάθος". Η διόρθωση είναι μια κοινωνική πράξη, όχι γλωσσολογική. Στοχεύει στο να μάθει κάποιος, για δικό του κέρδος, αυτό που είναι γενικότερα αποδεκτό σε μια συγκεκριμένη στιγμή».
«Διορθώνουμε και περιμένουμε να δούμε, γιατί απλούστατα δεν ξέρουμε τι, αν και πότε θα επικρατήσει» λέει ο Γιάννης Η. Χάρης. «Το θέμα είναι η ιδεολογία που διέπει τη διόρθωση, αν η διόρθωση έχει αυστηρά ρυθμιστικό χαρακτήρα, που αποκλείει δηλαδή, που απορρίπτει προγραμματικά την εξέλιξη της γλώσσας. Γε- νικότερα, ο ίδιος ο λόγος για τη γλώσσα μπορεί να θεωρηθεί εξουσιαστικός• ακόμη και η κουβέντα που κάνουμε εδώ».
Με εξουσιαστικό τρόπο λειτουργεί ως προς το ύφος η χρήση λόγιας και, κυρίως, αρχαΐζουσας γλώσσας, διότι εμφανίζει τον ομιλητή ως κάτοχο μιας ανώτερης, υποτίθεται, μορφής γλώσσας. Λέμε πολύ συχνά πια «λαμβάνω» αντί για «παίρνω» και όλο και συχνότερα «ουδείς» αντί για «κανένας». Στην τηλεόραση, στις πλημμύρες τα νερά δεν ξεχειλίζουν, αλλά «τα ύδατα υπερχειλίζουν»• ο ασθενής δεν μεταφέρεται στο νοσοκομείο, αλλά «διακομίζεται» και η νύφη δεν μπαίνει στην εκκλησία, αλλά «εισέρχεται του ναού» (που είναι και γραμματικό λάθος, διότι το εισέρχομαι δεν συντάσσεται με γενική, όπως το εξέρχομαι• λάθη τέτοιου είδους αφθονούν σ' αυτές τις περιπτώσεις βεβιασμένης χρήσης αρχαΐζουσας γλώσσας, ακριβώς διότι εκεί παραβιάζεται το γλωσσικό αίσθημα).
«Ο μορφωμένος ομιλητής της επίσημης παραλλαγής» γράφει η Αννα Φραγκουδάκη (αναφερόμενη στη μελέτη του Μιχαήλ Σετάτου για την παρεμβολή στοιχείων της καθαρεύουσας στην καθημερινή ομιλία) «που χρησιμοποιεί καθαρευουσιανισμούς, όπως "εκ προοιμίου", "δεδομένου του θέματος", "εις άγραν", "ουδενός εξαιρουμένου", "τας παρούσας συνθήκας", στοχεύει αλλά και πετυχαίνει την κοινωνική διάκριση, τη μετάδοση του έμμεσου μηνύματος της κοινωνικής του ανωτερότητας που αποδεικνύουν η γνώση και χρήση των καθαρευουσιανισμών». Αντίθετα, προσθέτει, ο λαϊκός ομιλητής χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα με διάθεση ειρωνείας, όταν λέει «η συμβία μου» και «στας διαταγάς σας».
………………………………………………………………………………..
Από τον αυστηρό έλεγχο για λάθη δεν έχουν ξεφύγει και κάποιοι πολιτικοί. Ο τρόπος ομιλίας του Κ. Σημίτη και του Γ. Παπανδρέου έχει γίνει αφορμή για ανέκδοτα, με τη βοήθεια σατιρικών τηλεοπτικών εκπομπών. «Είναι η εύκολη λύση» λέει ο Γιάννης Η. Χάρης. «Οπου δεν μας παίρνει να ασχοληθούμε σοβαρά με το λόγο κάποιου πολιτικού, κάνουμε κριτική της γλώσσας του σε επίπεδο γλωσσικών λαθών. Και, μάλιστα, κρίνουμε όχι τη γλώσσα του, αλλά την άρθρωσή του και τα σαρδάμ που κάνει, κάτι που είναι ουσιαστικά ρατσιστικό. Το δύσκολο είναι να κάνεις υφολογική ανάλυση και να δείξεις αν και γιατί ο λόγος ενός πολιτικού είναι, για παράδειγμα, τεχνοκρατικός ή παραπλανητικός. Η πολιτική εξουσία ασκείται και μέσω της γλώσσας και η ανάλυση του λόγου των πολιτικών θα είχε να μας αποκαλύψει πολλά. Ετσι, όμως, που γίνεται η κριτική, το μόνο που αποκαλύπτει είναι οι εξουσιαστικές τάσεις του κριτή».


ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=20/09/2009&id=83789

θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις