Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Νοεμβρίου 26, 2013

Φτωχοί άνθρωποι με πληγωμένο εγωισμό…



Δημοσιεύτηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, αλλά το ανακάλυψα μόλις τώρα. Πιστεύω πως έχει ενδιαφέρον και , δυστυχώς, παραμένει επίκαιρο!



Της Αλεξάνδρας Κορωναίου*

Η φτώχεια και η οικονομική εξαθλίωση επιφέρουν, πέρα από τον καθημερινό Γολγοθά της επιβίωσης και την οδύνη της μιζέριας, κι ένα άλλο υποχθόνιο συναίσθημα που δηλητηριάζει την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρόκειται για την κοινωνική ντροπή (που διαφέρει από την ηθική, σεξουαλική, σωματική και ψυχική ντροπή) και αφορά ορισμένες πλευρές της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, οι οποίες, ανάλογα με το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν αντικείμενο στιγματισμού ή/και αυτοστιγματισμού. Άλλοτε είναι η φυλή (ο ξένος, ο αποδιοπομπαίος τράγος), άλλοτε το θρήσκευμα (ο Εβραίος, ο μουσουλμάνος) και άλλοτε το κοινωνικό-οικονομικό στάτους (ο άνεργος, ο φτωχός, ο περιθωριοποιημένος). Η ντροπή, εξαιτίας της φτώχειας, έχει αναμφισβήτητα μια αντικειμενική βάση που αποτιμάται με αριθμούς, έστω αυθαίρετους, στις σχετικές έρευνες (εισόδημα, όριο φτώχειας κ.ά.). Έχει όμως και μια συμβολική διάσταση που συνδέεται με τις σχέσεις κυριαρχίας και εξουσίας. Με αυτή την έννοια, η ντροπή έχει να κάνει με τις πραγματικές και συμβολικές μορφές ταπείνωσης που ασκούν καθημερινά οι ισχυροί στους ανίσχυρους, οι πλούσιοι στους φτωχούς, οι εκμεταλλευτές στους εκμεταλλευόμενους.

Η κοινωνική ντροπή ωστόσο κρύβει το αληθινό της πρόσωπο, καθώς βιώνεται ως υποκειμενική κατάσταση, ένα προσωπικό ή οικογενειακό βίωμα που παραπέμπει διαρκώς στην εικόνα του εαυτού και στην εικόνα που έχουν οι άλλοι, οι σημαντικοί και «ασήμαντοι» άλλοι, για το άτομο. Η φτώχεια προκαλεί συναισθήματα που είναι τόσο πιο επώδυνα όσο αποφεύγουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το τι σημαίνει «ντρέπομαι». Ντρέπομαι που απλώνω τα χέρια για να αρπάξω στον αέρα μια σακούλα με ντομάτες, ντρέπομαι που η επιβίωση των παιδιών μου εξαρτάται από τις αγαθοεργίες των φιλεύσπλαχνων, ντρέπομαι που δεν έχω λεφτά να φτιάξω τα χαλασμένα δόντια μου, ντρέπομαι που δεν έχω μια αξιοπρεπή δουλειά, ντρέπομαι που η ζωή μου εξαρτάται από την ατομική φιλανθρωπία και τις υπηρεσίες πρόνοιας. Ντρέπομαι γιατί όλα τούτα σημαίνουν πως δεν είμαι αυτόνομος άνθρωπος, δεν είμαι σαν τους άλλους. Είμαι ένα τίποτα. Και το χειρότερο: ντρέπομαι που ντρέπομαι. Μια γειτόνισσά μου, της οποίας ο σύζυγος είναι άνεργος εδώ και 8 μήνες, μου έλεγε τις προάλλες: Το χειρότερο είναι οι μέρες που το ψυγείο είναι άδειο και τότε αποφεύγω να κοιτάξω τα παιδιά στα μάτια. Ντρέπομαι που το ψυγείο είναι άδειο. Κι ύστερα ντρέπομαι που ντρέπομαι για μένα και τον άνδρα μου, γιατί ξέρω πως δεν κάναμε κάτι κακό για να ζούμε έτσι. Η ντροπή, έγραφε ο Erving Goffman, σε στιγματίζει και συγχρόνως σε διαλύει. Σταδιακά, οι άνθρωποι της ντροπής αφήνονται, εγκαταλείπουν τον εαυτό τους και την προσπάθεια να καταπολεμήσουν την ταπεινωτική τους κατάσταση.
Μοιάζουν έτσι όλο και περισσότερο με εκείνον τον ασήμαντο ανθρωπάκο στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι για τον οποίο ο κορυφαίος συγγραφέας αναρωτιόταν με ανάμεικτα συναισθήματα οίκτου, περιφρόνησης και θυμού: « Γιατί ο Ζαρνίτσιν αφέθηκε να πεθάνει απ’ την πείνα έχοντας εξήντα χρόνια ζωής ακόμα; Γιατί δεν έγινε κι αυτός Ρότσιλντ; Ποιος φταίει που δεν έχει εκατομμύρια σαν τον Ρότσιλντ, που δεν έχει βουνά τα χρυσά ρούβλια και τα ναπολεόνια; Ένα ολάκερο βουνό σαν εκείνα που βλέπει κανείς στα πανηγύρια της Αποκριάς; Μια και ζει, σημαίνει πως όλα, τα πάντα, είναι στην εξουσία του! Ποιος φταίει που δεν το καταλαβαίνει;».
Πράγματι οι φτωχοί, οι αποκλεισμένοι, οι εξαθλιωμένοι μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν τη δύναμή τους. Ίσως επειδή δεν έχουν ούτε τα μέσα ούτε τον χρόνο να συνειδητοποιήσουν την κατάστασή τους και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Δεν έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν το παρόν και την πολυτέλεια να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Όταν μάλιστα τα παιδιά των κοινωνικά αποκλεισμένων αποστρέφονται τη μόρφωση, καταλαβαίνοντας πως τίποτα δεν έχουν πια να προσμένουν από το σχολικό σύστημα, τότε είναι βέβαιο ότι το μέλλον της απόγνωσης, αλλά και της υποταγής, θα διαρκέσει πολύ.
Το περίεργο είναι πως οι ολίγοι ισχυροί και οι άλλοι διεφθαρμένοι της εξουσίας δεν νιώθουν καμία ντροπή. Κι ας ουρλιάζουν τα πλήθη «ντροπή σας!». Αυτοί δεν ντρέπονται παρά μόνο για τις εικόνες της αθλιότητας που κάνουν τον γύρο του κόσμου και προσβάλλουν τη χώρα. Ίσως επειδή καταλαβαίνουν πως, αν αφεθούν σε τέτοια συναισθήματα, θα διαλυθούν εσωτερικά. Και τότε δεν θα μπορούν να αφοσιωθούν στο υψηλό έργο της διάσωσης του έθνους και του λαού. Αφήστε που κάποιος απ’ αυτούς μπορεί να πηδήξει από κανένα μπαλκόνι. Όχι, βέβαια, επειδή είναι άνεργος και ταπεινωμένος, αλλά επειδή κατάφερε να νιώσει, έστω για μια στιγμή, ντροπή.

*Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πηγή: Η εφημερίδα των συντακτών

Κυριακή, Ιουνίου 13, 2010

Ο καλός καταναλωτής

 Ή διαφορετικά, όπως διατυμπανίζει και η διαφήμιση ( σε μια συχνότητα υψηλή που τρυπάει το κρανίο )
"θα είμαι καλό παιδί , άριστος μαθητής, ΑΡΚΕΙ  ...........

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2009

Ο δρόμος προς την οικονομία της αειφορίας

Πηγή : http://tovima.dolnet.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=263326




Χρήστος Μασσαλάς | Παρασκευή 10 Απριλίου 2009






Είναι κοινή διαπίστωση ότι η οικονομική μεγέθυνση απαιτεί θυσίες του φυσικού κεφαλαίου. Οι θυσίες αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε μη αντιστρεπτές βλάβες του πλανήτη μας και σε μείωση της ευημερίας του ανθρώπου. Ενας μετασχηματισμός με βασικούς άξονες: α) περιορισμό της χρήσης φυσικών πόρων, β) εκμετάλλευση των ανανεώσιμων φυσικών πόρων, με ρυθμούς που δεν υπερβαίνουν την ικανότητα του συστήματος να τους αναγεννά, και γ) λελογισμένη εξάντληση των μη ανανεώσιμων πόρων με ρυθμούς που να μην υπερβαίνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης ανανεώσιμων υποκατάστατων, θεωρείται λίαν επιβεβλημένος.





Η οικονομία της μεγέθυνσης στηρίχθηκε στο αξίωμα του «ακόρεστου»- ο άνθρωπος γίνεται πάντα ευτυχέστερος όσο περισσότερο καταναλώνει. Το αξίωμα αυτό κλονίζεται... Το επίπεδο ικανοποίησης των αναγκών και επιθυμιών του ανθρώπου πρέπει να συνδυαστεί με τις επιβαλλόμενες θυσίες (εργασία, απώλεια ελεύθερου χρόνου, εξάντληση φυσικών πόρων, ρύπανση...).





Η υιοθέτηση και η υλοποίηση μιας αειφόρου οικονομίας απαιτούν από τους οικονομολόγους αλλά και από τους πολιτικούς και τους πολίτες μιαν αλλαγή αξιών και ακόμη μια τεράστια αλλαγή στη νοοτροπία και στην ψυχοσύνθεσή τους. Το γεγονός αυτό θέτει ανυπέρβλητους φραγμούς για τη μετάβαση από την οικονομία της μεγέθυνσης (ποσοτική αύξηση) στη βιώσιμη οικονομία (ποιοτική βελτίωση). Αλλά και η συνεχής μεγέθυνση είναι βιοφυσικώς αδύνατη (αντίκειται στους δύο πρώτους νόμους της θερμοδυναμικής). Το συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τους φυσικούς νόμους και πρέπει να επικεντρωθούμε στην πολιτική της αειφορίας. Το ερώτημα είναι πώς.





Η βασική ιδέα πίσω από την έννοια της αειφορίας είναι να μεταστρέψουμε τον δρόμο της προόδου από την οικονομική μεγέθυνση προς την οικονομική ανάπτυξη. Οπως είναι φυσικό η αειφόρος οικονομία έχει ένα άνω φράγμα ως προς τη μεγέθυνσή της, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψει να αναπτύσσεται. Για παράδειγμα, δεν υφίσταται λόγος να περιοριστεί η ποιοτική βελτίωση και σχεδίαση των προϊόντων και να πάψει η απόσυρση από τη χρήση των μακροβιότερων και ανθεκτικότερων. Οι ενέργειες αυτές συμβάλλουν, λόγω των ποιοτικών βελτιώσεων και της χρηστικότητας, στην αύξηση του ΑΕΠ, χωρίς να αυξάνουν την ποσότητα των φυσικών πόρων που αναλώνονται. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η αειφόρος οικονομία θα συρρικνώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα και θα καταστήσει προβληματικό το εμπόριο. Οι λόγοι είναι προφανείς: α) οι επενδύσεις θα περιστρέφονται, κυρίως, γύρω από την ποιοτική βελτίωση και όχι την κερδοσκοπία, και β) ο ανταγωνισμός με τις μη αειφόρες οικονομίες (αν συνυπάρχουν) θα είναι άνισος, επειδή αυτές δεν επιβαρύνονται με το κόστος της αειφορίας. Οσον αφορά την απασχόληση η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, αλλά και η οικονομία της μεγέθυνσης δεν μπόρεσε να δώσει λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα. Προκειμένου να επιτευχθεί η αειφορία, η οικονομική σκέψη, οι οικονομικοί θεσμοί και οι στάσεις μας πρέπει να προσαρμοστούν στον νέο πολιτισμό. Για παράδειγμα, ένα μέτρο προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών για μισθωμένα αγαθά, που επεκτείνονται από τις οικιακές συσκευές ως τα είδη ένδυσης. Σε μια τέτοια προοπτική ο πωλητής κατέχει, συντηρεί, επανακτά και ανακυκλώνει το προϊόν μέχρι το τέλος της ωφέλιμης ζωής του.





Στις μέρες μας ακούμε, ευχάριστα, για την προοπτική της «αειφόρου ανάπτυξης». Δεν ακούμε όμως για τον δρόμο, τα εμπόδια, τις στάσεις, τη φιλοσοφία μετάβασης...





Αν οι διακηρύξεις παραμείνουν ρητορικές, λεκτικές και χωρίς βήματα προσέγγισης θα χαθεί άλλη μια φορά η ελπίδα... και η αξιοπιστία του πολιτικού λόγου...





Ο κ. Χρ. Β. Μασσαλάς είναι πρόεδρος ΔΕ Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Συμβουλίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης

θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις