Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουνίου 28, 2013

Η αξία του διαλόγου


Ο διάλογος (μαζί ίσως με την Εικονομαχία και το φαινόμενο του Θερμοκηπίου) είναι από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στις σχολικές τάξεις και σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα σος για τις Πανελλήνιες. Εκτός απ’ αυτό, είναι κατά την άποψή μου, και η μεγαλύτερη ειρωνεία του εκπαιδευτικού συστήματός μας και, αν κάνει κανείς έναν απολογισμό όσων είδε και άκουσε τα τελευταία έντεκα-δώδεκα χρόνια στο σχολείο, η ωραιότερη φάρσα που έτυχε ποτέ να παρακολουθήσουμε. 

   Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα και για καθαρά συμβολικούς λόγους, υπήρξαν κινητοποιήσεις στο σχολείο μου, τέτοιες που είχε να δει από το 1995. Τα όσα συνέβησαν τα θεωρώ πολύ πρωτότυπα. Οι μαθητές κατέλαβαν το σχολείο αλλά επέτρεψαν στους καθηγητές να μπουν μέσα στο κτήριο, συγκάλεσαν γενική συνέλευση σχολείου και στη συνέχεια έκαναν διάλογο με την Διεύθυνση, την Προϊσταμένη Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που κατέφθασε και τον σύλλογο καθηγητών. Την επόμενη μέρα ξαναήρθαν στο σχολείο στις 8.15, κανονική ώρα προσέλευσης, και συνέχισαν τον διάλογο με τον σύλλογο των καθηγητών και την Διεύθυνση για περίπου τέσσερις ώρες. «Ας ελπίσουμε να βρεθούν λύσεις στα προβλήματά μας τώρα που άρχισαν να γίνονται και θαύματα» έλεγε μια φίλη στην αρχή. «Πάλι δεν καταλήξαμε πουθενά. Πάλι δεν κερδίσαμε τίποτα. Για λίγο ήταν και μετά ψόφησε» έλεγε μετά όταν, παρά την υποδειγματική κινητοποίησή μας, είχε μείνει να μετράει τις χαμένες εκδρομές. 

   Αυτή είναι η αξία του διαλόγου. Αυτή ακριβώς. Τόσο μας κόστισε ο διάλογος. Δύο χαμένες εκδρομές για την Πρώτη και την Δευτέρα λυκείου και τους περιπάτους μιας σχολικής χρονιάς. Και ίσως να πρέπει να μετρήσουμε στα χαμένα και την πίστη μας ότι μπορούμε να πετύχουμε κάτι μέσω του διαλόγου, την όποια εμπιστοσύνη μας στα όσα διδασκόμαστε τόσο καιρό. 

    Δεν προεξοφλώ τις αλλαγές που μπορεί να υπάρξουν από μεριάς των καθηγητών μας. Δεν λέω ότι δεν έγινε ίσως ένα βήμα. Ο τρόπος μόνο όμως με τον οποίο διεξήχθη ο διάλογος έφτασε για να δώσει τέλος στην αισιοδοξία μας. «Οι ίδιοι οι καθηγητές φώναζαν και τσίριζαν, μας διέκοπταν και κοιτούσαν να λήξουν τα θέματα. Αυτό δεν είναι διάλογος» λέει μια συμμαθήτρια. «Εκείνοι είχαν όσο χρόνο ήθελαν να μιλήσουν ενώ εμείς πιεζόμασταν από κάθε άποψη, φοβόμασταν μην γίνουμε δακτυλοδεικτούμενοι κι αυτό αν καταφέρναμε να πάρουμε το λόγο» λέει ένας συμμαθητής μας. «Δεν θα αλλάξει ποτέ τίποτα. Χάσαμε έξι ώρες μιλώντας για τα ίδια και τα ίδια.» λέει μια άλλη φίλη. «Τι καταλάβαμε; Χάσαμε κι αυτά που είχαμε» λέει ένας άλλος. «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία οπότε ας ελπίσουμε ότι εκείνοι θα πεθάνουν πριν απ’ αυτήν» έγραψε σε ένα μπλογκ μια φίλη μετά την απογοήτευση. 

     Είπαμε να παίξουμε με τους δικούς τους κανόνες, είπαμε να εφαρμόσουμε όλα τα μοντέλα, είπαμε να κάνουμε μια φορά εμείς το «σωστό». Και το αδιέξοδο ήταν πιο φανερό από ποτέ. «Τι θέλετε να κάνουμε; Να βγούμε να τα διαλύσουμε όλα;» είπε ένας εκτός εαυτού συμμαθητής στην Προϊσταμένη. Μπορεί κάποτε να αναρωτιόμουν αλλά δεν αναρωτιέμαι πια γιατί η γενιά μου «τα σπάει». Τα σπάει γιατί έτσι χάνει λιγότερα απ’ ότι με κάθε άλλο τρόπο. 


Ιωάννα Μπαρτσίδη
Πηγή: http://saskleinoumetomati.blogspot.gr/2010/01/blog-post.html

Συζητούν οι Έλληνες;

http://dafnischoolpaper.wikispaces.com/% CE% 94% CE% B9% CE% AC% CE% BB% CE% BF% CE% B3% CE% BF% CF% 82

Ο Έλληνας γενικά είναι κακός συζητητής· στο σπίτι του, στις συναναστροφές του, στη δουλειά του, στις δημόσιες συζητήσεις, στο κοινοβούλιο, παντού. Δεν ξέρει να ακούει με προσοχή κάποιον ομιλητή και επιστρατεύει ένα σωρό επιχειρήματα σοφιστικά για να τον ανατρέψει. Ο Κ. Σκόκος έγραψε επιγραμματικά: «Όπου δύο Ρωμιοί, ο ένας αυτοσχεδιάζεται σε ρήτορα και ο άλλος αγωνίζεται να τον διακόψει». Τις περισσότερες φορές καταφεύγει σε χειρονομίες και στην υπερύψωση της φωνής για να υπογραμμίσει τις ιδέες του και να πείσει τους συζητητές για γνώμες που δεν έχουν κανένα λογικό έρεισμα. Αλλά με χειρονομίες και φωνασκίες ο ανόητος λόγος δεν αναβαθμίζεται- υποβαθμίζεται. Τελικά ένας τέτοιος διάλογος καταλήγει σε διαπληκτισμούς - και όχι μόνο φραστικούς. Ο Εμ. Ροΐδης έγραφε: «Μεταξύ δύο Ρωμιών διαφωνούντων δια το αν ο ήλιος προβάλλει εξ ανατολών ή εκ δυσμών, δίκαιον έχει ο οπλοφορών!».
Μια ακόμα κακή συνήθεια των Νεοελλήνων είναι η τέλεια έλλειψη διαλόγου ανάμεσα σε νέους και ηλικιωμένους· κι αυτό φυσικά αποβαίνει σε βάρος των νέων. Στο διάλογο δεν πρέπει να στέκονται εμπόδιο οι ηλικίες, το χάσμα των γενεών, τα πολιτικά φρονήματα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στο σωστό διάλογο ένα πράγμα πρωτεύει: η συλλογική αναζήτηση της αλήθειας. Τίποτα άλλο. Ο Κ.. Κοίΐί^η το είχε επισημάνει: «Όταν συζητάμε δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος, ούτε τίτλοι, ούτε ηλικία, ουτε όνομα. Τίποτα δε λογαριάζεται παρά μονάχα η αλήθεια. Και μπροστά σ' αυτή είναι όλοι ίσοι». Και ο Ρκ. ΒΗΟΕΚ παρατήρησε: «Γίνεται κανείς σοφότερος από διάλογο μιας ώρας παρά από σκέψη μιας ημέρας».
Φαίνεται όμως ότι η πολιτισμένη συνομιλία, ο διάλογος με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν είναι γενικά κάτι το εύκολο, όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για άλλους λαούς. Χρειάστηκαν τόσα πολλά χρόνια για να γίνει η κραυγή των ανθρώπων ομιλία και φαίνεται πως δεν φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να γίνει η ομιλία αυτή συνομιλία...
Ι. Ευαγγέλου
Πηγή: Διαδίκτυο

Διάλογος και αλήθεια

http://soukarat.blogspot.com/2011/07/blog-post_6600.html

Η συμβολή του διαλόγου στην εύρεση της αλήθειας είναι μεγάλη και αναμφισβήτητη. Κανένας φραγμός δεν μπορεί ν' αντέξει τον «προωθητικό ανταγωνισμό θέσης και αντίθεσης». Προκαταλήψεις, δογματικές και μισαλλόδοξες θέσεις, συμφέροντα, σκοπιμότητες αποκαλύπτονται αμείλικτα απ' την αληθινή, την ισχυρότερη ερμηνεία. Δεν αντέχουν στη σύγκριση με την πνευματική κατάρτιση, την αδέσμευτη και πλατια σκέψη, την έντιμη στάση, και παραμερίζονται στην πορεία προς την αλήθεια. Η καθαρότητα της σκέψης, η ολοκληρωμένη γνώση, είτε ως θέση είτε ως αντίθεση, λάμπουν οδηγώντας σε αμηχανία τους «παπαγαλισμούς» και ματαιώνοντας οποιοδήποτε σχέδιο να αχθεί η συζήτηση σε «προκατασκευασμένα» συμπεράσματα.
Υπάρχουν βέβαια, και περιπτώσεις που δεν καταφέρνουμε να φτάσουμε στην αλήθεια, γιατί δεν τηρούνται οι απαραίτητες αρχές στην οργάνωση και τη διεξαγωγή του διαλόγου. Προσκρούουμε σε τυφλό και αδιάλλακτο πάθος, σε ημιμάθεια ή άγνοια. Ο διάλογος γίνεται στείρα αερολογία. Γι αυτό χρειάζεται τέχνη να διεξάγει κανείς επιδέξια και ευχάριστα ένα διάλογο. Τέχνη, επίσης, για να τον σταματάει έγκαιρα, όταν γίνεται άγονος και εριστικός.
Η σημασία του διαλόγου για την αλήθεια, για τη ζωή γενικά, επικυρώνεται απ' τη θέση του στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Είναι θεμελιακό στοιχείο τους. Η ισηγορία, η ελευθερία σκέψης και λόγου είναι αναφαίρετο δικαίωμα για τον άνθρωπο. Είναι η ομορφιά της δημοκρατίας. Η εκκλησία του δήμου και τα σύγχρονα κοινοβούλια, τα δικαστήρια, οι συνελεύσεις, οι ομαδικές συγκεντρώσεις υπήρξαν και είναι η δύναμη της, εδραιωμένη στην ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων, στο διάλογο. Κατάπνιξη του διαλόγου μοιραία σημαίνει και κατάργηση της δημοκρατίας.
Και η απονομή της δικαιοσύνης δε γίνεται, χωρίς να ακουστούν και οι δύο πλευρές, η κατηγορία και η απολογία. «Μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μυθον ακούσης», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, πιστεύοντες ότι αλήθεια και μονόπλευρη παρουσίαση των πραγμάτων, αλήθεια και μονόλογος δε συμβιβάζονται. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η αλήθεια εξαρτάται από την ελευθερία, από την αδέσμευτη και αβίαστη σκέψη και έκφραση. Γι' αυτό και αποκρύφτηκε από κάθε λογής μεσαίωνες, που κατάπνιξαν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Την εμπειρία ενός τέτοιου μεσαίωνα αποδίδοντας το πνεύμα του Βολταίρου τονίζει πολύ εύστοχα: «Κύριε, δε σύμφωνο) καθόλου μ' ό,τι λέτε- θα πέθαινα, όμως, για να υπερασπίσω το δικαίωμα σας να τα λέτε».                                                                                             
                                                                                              Χρ. Μαλεβίτσης
Πηγή: Διαδίκτυο


[Διάλογος]

http://greektv-com.blogspot.com/2010/12/blog-post_2915.html

(ΔΟΚΙΜΙΟ)

 […] Όλοι σήμερα μιλάνε για διάλογο, στην κυριολεξία του και μεταφορικά και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο κανένας δεν βρίσκεται που να μην τον διεκδικεί και να μην εξαίρει τις αρετές του. Φτάνει έτσι ν’ αναρωτιέται ο γεμάτος καλή θέληση αφελής, πώς διάβολο γίνεται σε μιαν εποχή τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είναι σαν να ξεχνάμε την πασίδηλη ανθρώπινη διπροσωπία: όποιος διατυμπανίζει την επιθυμία του για διάλογο, δεν θα πει και πως τον επιθυμεί& μεταμφιέζει έτσι την εγωλατρική του προσήλωση στον μονόλογο. Προτείνω το διάλογο μπορεί να σημαίνει: γυρεύω, με πρόσχημα την συνδιάλεξη, ακροατές& έχω πεποίθηση στη ρητορική μου δεινότητα ή στη δικολαβική μου ευελιξία και δεν μου κακοφαίνεται να εξασφαλίσω μιαν εύκολη νίκη& σ’ αποκαλώ συνομιλητή μου αλλά σε κρατάω κάτω από την απειλή της εξουσίας μου: αν σου βαστάει, πες ό,τι πιστεύεις! Η τελευταία τούτη ποικιλία είναι η πασίγνωστη στο διεθνές επίπεδο «συνεννόηση» όπου ο ένας από τους δύο συνομιλητές εκφράζεται από «θέσεως ισχύος», όπως λένε. Ισάριθμες εκδοχές του φαινομένου κακή πίστη. Ο σύγχρονος κόσμος δεν κατορθώνει να συνεννοηθεί γιατί κάνει κατάχρηση αυτής της τακτικής. Είναι ένας κακόπιστος κόσμος […]

   Διάλογος δεν υπάρχει παρά μόνον ανάμεσα σε ίσων δικαιωμάτων συνομιλητές. Όταν ο ένας κρατάει στο χέρι του τον κεραυνό κι ο άλλος βρίσκεται όρθιος, ελάχιστος σαν υπόδικος μπροστά στο βάθρο της εξουσίας, ο διάλογος, κι αν προτείνεται, είναι φενάκη. Ο εξουσιαστής, στην χειρότερη περίπτωση, ξεγελάει τον εαυτό του αν νομίζει πως θ’ ακούσει την αλήθεια. Η θέση του άλλωστε είναι διπλά ψεύτικη: αν τύχει να βρει αντίκρυ του έναν παλαβό, έναν άνθρωπο παράτολμο, που θα του την πει, θα είναι υποχρεωμένος, για λόγους κύρους, να τον κατακεραυνώσει. Στην περίπτωση τούτη, ο ειλικρινής καταδικάζεται ως αυθάδης. Αν πάλι ο σε μειονεκτική θέση συνομιλητής το γυρίσει, για λόγους άμυνάς του, στην πονηρή κολακεία, ο σε πλεονεκτική θέση δεν θα μάθει ποτέ την αλήθεια. Δέσμιος της εξουσίας του, θα χρειαστεί τότε, για να ξέρει πού βρίσκεται να χρησιμοποιεί επαγγελματίες πληροφοριοδότες, ν’ ακούει καταδότες, διαβολείς, συκοφάντες, ή αντίθετα κόλακες που τον ξεγελάνε, για να του φαίνονται αρεστοί. Όπου δεν υπάρχει φυσικός διάλογος, υπάρχει όργιο κατασκοπίας…. Ακόμα και σε καθεστώτα φιλελεύθερα, όταν ιδίως είναι «ισχυρά», ο κυβερνήτης δύσκολα μαθαίνει την αλήθεια για το λαϊκό φρόνημα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, ενώ το κομματικό του περιβάλλον τον διαβεβαίωνε πως θα τις κερδίσει με τρόπο θριαμβευτικό ύστερα από τόσες εθνικές νίκες.

   Αυτά στο επίπεδο της εξουσίας. Έχουμε, όμως, και το ανεπίσημο επίπεδο, όχι το ιδιωτικό, αλλά το δημόσιο! Διάλογος ιδεολογικός, διάλογος διαπραγματευτικός, διάλογος πνευματικός, άλλα ακόμα τέτοια. Καμία εποχή δεν έχει οργανώσει τόσους διαλόγους όσους η δική μας. Είναι μια έμμεση ομολογία πόσο δύσκολο το βρίσκει να συνεννοηθεί. Αν εξαιρέσουμε τους ανεγνωρισμένα περιττούς διαλόγους, που γίνονται για λόγους διακοσμητικούς, ελαφρούς, αργόσχολους (συνέδρια, σεμινάρια κτλ.),οι άλλοι έχουν σκοπό να προβάλουν πανηγυρικά οι ομιλητές τις ιδεολογικές τους θέσεις, χωρίς καμιά διάθεση να διαφωτιστούν ή να τις ελέγξουν. Διάλογοι διαφημιστικοί δογμάτων, προορισμένοι να πείσουν εκείνους που δεν χρειάζεται να πειστούν, τους οπαδούς τους, σκληραίνουν παρά που απαλύνουν το διάχυτο κλίμα της διαφωνίας. Ο κόσμος μας εμφανίζεται γεμάτος καλή θέληση κι αδυναμία να ομονοήσει. Φτάνει κανένας ν’ αναρωτιέται αν πρόκειται για ζήτημα χρόνου, αν δηλαδή βρισκόμαστε ακόμα σ’ ανωριμότητα, ή αν αντιμετωπίζουμε έτσι κάποιαν οργανική αδυναμία κι ατέλεια του ανθρώπινου γένους.

   Η ζωή εμφανίζεται ως πεδίο διαμάχης. Χωρίς αυτόν της τον αντιθετικό χαρακτήρα, που ορίζει τον συστατικό δυναμισμό της, θα έφτανε στην αυτοαναίρεση. Ο διάλογος είναι μια ειρηνική προστριβή, συμφωνημένα πλαισιωμένη, περιορισμένη από μερικούς κανόνες, καθώς μια αθλοπαιδιά. Αν παραβώ τους κανόνες του ποδοσφαίρου, αυτό που θα διεξαχθεί στο γήπεδο δεν θα είναι μια ποδοσφαιρική συνάντηση, θα είναι συμφυρμός και συμπλοκή άμορφη, πρωτόγονη, χωρίς το παρα-αισθητικό ενδιαφέρον της αθλοπαιδιάς. Αλλά η αθλοπαιδιά δεν αποβλέπει σε τίποτα πέρα από τον εαυτό της, δεν είναι μέσο, είναι σκοπός. Ο διάλογος εμφανίζεται ως μέσο: θέλω, με μέσο το διάλογο, να φτάσω κάπου, σε κάτι που τον υπερβαίνει: σε μια συνεννόηση των ανθρώπων μεταξύ τους, ή, πολύ περισσότερο, στην από κοινού αποκάλυψη κάποιας αλήθειας. Εδώ είναι που ορθώνεται το αντικειμενικό ερώτημα για την ορθότητα του διαλόγου. Κι εδώ είναι που διαγράφεται η διαφορά του από τη διαλεκτική. Η διαλεκτική είναι πρόβαση, αλλιώς δεν είναι τίποτα. Ο διάλογος, πρώτο στοιχείο της διαλεκτικής στην αρχαία της σημασία, αλλά και μέσο ενανθρωπισμού της στην νεώτερη, ξεχωρίζει την περιοχή της φυσικής διαλεκτικής από της ανθρώπινης. Αν είμαστε μόνον όργανα μιας διαλεκτικής κι όχι φορείς της, τότε το οντολογικό πρόβλημα τίθεται διαφορετικά: πλαστήκαμε για να συνεννοούμαστε μόνο στο βασικό, στο χαμηλότατο επίπεδο, εκεί που η λαλιά είναι κενολογία. Το θέατρο του παραλόγου επιβραβεύεται, γιατί το πρόσεξε αυτό και το υπογράμμισε.

     Σε κάπως υψηλότερο επίπεδο, ο διάλογος αρχίζει να γίνεται «διάλογος κουφών». Άρα κλήρος μας η μοναξιά. Στο κάπως προηγμένο στάδιο όπου έχουμε φτάσει, ή στο κάπως διδαγμένο από μακριά πείρα, ανακαλύπτουμε ξαφνικά, αυτή τη συγκλονιστική πραγματικότητα. Ως τώρα νομίζαμε πως γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι. Όταν λέμε πως συνεννοούμαστε, εννοούμε πως συμπλέουμε πάνω σε χωριστά μονόξυλα, μέσα σ’ έναν ωκεανό δίχως όρια. Συνεννοούμαστε αλληλοπαρεξηγούμενοι – αυτός είναι ο καλοπροαίρετος διάλογός μας.

   Δεν επιτρέπεται να θεωρήσουμε το αίσθημα τούτο απόληξη. Κανένας μας δεν έχει το δικαίωμα να προεξοφλήσει το μέλλον. Διαλεγόμαστε και θα διαλεγόμαστε επίμονα, ασταμάτητα, γιατί αυτό μας είναι ανάγκη ζωτική, συστατικό μας πάθος. Ο πλησίον δεν είναι μόνο κόλαση, όπως το είχε πει ο Σαρτρ, είναι και Παράδεισος: ο μόνος μας απτός Παράδεισος. Ποιος ποτέ φαντάστηκε τον Παράδεισο σαν ερημιά, δίχως συγκατοίκους; Αρμονική κατανομή φυσικού και ανθρώπινου στοιχείου ορίζει το παραδεισιακό μας όραμα, κι αυτό δεν είναι τυχαίο: ξεκινάει από τα βάθη της συλλογικής μνήμης, τότε που η Φύση δεν ήταν καταργημένη από τον άνθρωπο, αλλά εμψυχωμένη από την διακριτική του παρουσία.

Άθλημα που μας έχει προταθεί ο διάλογος, θα εμπνέει πάντοτε κάθε ευγενική προσπάθεια να ξεπεραστεί η φυλάκιση μέσα στον εαυτό μας.

[Άγγελος Τερζάκης, Κρίση κι έλεγχος της εποχή μας]

[διάλογος]

http://leregardcretois.blogspot.com/2011/11/to-gedanken.html



(Το κείμενο τέθηκε στις επαναληπτικές πανελλαδικές εξετάσεις Ιουνίου 2013)

Ο διάλογος –είτε προέρχεται από ένα πρόσωπο είτε από περισσότερα– ασκεί στην ψυχή του ακροατή έντονη παιδευτική επίδραση, όπως άλλωστε όλα τα συνταρακτικά συμβάντα. Αυτός –σε αντίθεση με το μονόλογο, που είναι πολλές φορές ανιαρός, πληκτικός και μονότονος– διακρίνεται για την ευλυγισία, την πολλαπλότητα, τη ζωντάνια και τις αντιθέσεις, ώστε να δίνει μια πιο αληθινή εικόνα του κόσμου, με ζωηρότερα χρώματα. Έτσι διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των ακροατών. Η κατανόηση της αλήθειας αυτής συνετέλεσε, ώστε να δίνεται κατά τη διδασκαλία μεγαλύτερη βαρύτητα στο διάλογο παρά στο μονόλογο. Ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, καθίσταται όλο και περισσότερο αισθητή η αναγκαιότητά του προς αποδοτικότερη και ουσιαστικότερη μάθηση.

Παιδεία, κατά τον Πλάτωνα, είναι η «ολκή» και η αγωγή των παιδιών προς τον «ορθό λόγο». Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα και ευκολότερα με τη συμμετοχή και τη συνεργασία του μαθητευόμενου στο παιδευτικό έργο, επειδή το ενδιαφέρον διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, οι δε νοητικές και ψυχικές δυνάμεις των μετεχόντων σ’ αυτόν βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση.  Ο μαθητής, συνεπώς, δεν παραμένει παθητικός δέκτης μιας ψυχρής μετάδοσης έτοιμων γνώσεων, αλλά και ο ίδιος ζητάει να βρει την αλήθεια, με το να ερευνά, να εξετάζει, να ερωτά και να ελέγχει. Βρίσκεται γενικά σε διαλεκτική μάχη συχνών εναλλαγών επίθεσης και άμυνας,
με αποτέλεσμα να σημειώνεται πνευματική ανύψωση και ψυχική καλλιέργεια. Με τον τρόπο αυτό, ο διάλογος αποκτά ένα δραματικό στοιχείο, αφού τα δρώντα πρόσωπα δοκιμάζουν μια διαλεκτική περιπέτεια, ανάλογη με εκείνη των ηρώων της τραγωδίας, η οποία συνίσταται, κατά τον Αριστοτέλη, σε μεταβολή στο αντίθετο των «πραττομένων». Η περιπέτεια των προσώπων του διαλόγου έγκειται στην αμηχανία, στην οποία αυτά περιπίπτουν με τον ειρωνικό Σωκρατικό έλεγχο. Έτσι η παιδεία καθίσταται μια τάση, που διαπερνά όλο τον ανθρώπινο βίο.

Ενώ αντικείμενο της τραγωδίας είναι τα σοβαρά και τα σπουδαία, της κωμωδίας είναι τα γελοία. Οι μορφές αυτές του δράματος βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Δεν είναι όμως δυνατόν να αποκτήσει κανείς πλήρη γνώση του ενός, χωρίς να γνωρίζει το άλλο. Στις αντιθετικές έννοιες, στις οποίες συγκαταλέγονται η τραγωδία και η κωμωδία, απαιτείται παράλληλη γνώση και των δύο. Από τη διαπίστωση αυτή ο Πλάτωνας συνάγει την  εκείνων των «παιγνίων», που προκαλούν τον γέλωτα. (Το τρίτο είδος είναι το λεγόμενο σατυρικό δράμα). Τόσο η τραγωδία όσο και η κωμωδία έχουν διδακτικό σκοπό, αφού επιδιώκεται να δοθούν ορισμένα μηνύματα. Το ένα είναι αναγκαίο συμπλήρωμα του άλλου. Συστατικά στοιχεία του δράματος είναι ο διάλογος και η μίμηση. Αυτά ενυπάρχουν στο φιλοσοφικό έργο του Πλάτωνα, αφού ο ίδιος αποκαλεί την «πολιτεία» του, όπως είδαμε,  μίμηση του άριστου βίου. Με την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα ολοκληρώνεται το δράμα της ζωής. Τα τρία αυτά  ποιητικά είδη, τα οποία σε τελευταία ανάλυση γίνονται δύο, πραγματεύονται τα σπουδαία και τα γελοία, τα σοβαρά και τα αστεία. Αυτά, μεταφερόμενα στην εκπαίδευση, αποκαλούνται από τον Πλάτωνα «παιδιά» και «παιδεία», δηλαδή παιχνίδι και σπουδή. Ο Σωκράτης διαλεγόταν παίζοντας και σπουδάζοντας.

Η αναγκαιότητα και η χρησιμότητα του γέλιου, κατά τη μάθηση, τεκμηριώνονται από τον Πλάτωνα και κατ’ άλλο τρόπο. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι, επειδή οι παιδικές ψυχές δεν μπορούν να υποφέρουν για πολύ τη σοβαρότητα και την επιμέλεια, είναι ανάγκη να διανθίζεται το μάθημα με τραγούδια και αστεία. Αυτά δεν είναι αυτοσκοπός αλλά απλώς μέσον, προκειμένου να συντελεστεί η μάθηση ευκολότερα. Κάνει μάλιστα μια παρομοίωση του μαθητή με τον ασθενή. Όπως, δηλαδή, προσπαθούν να δώσουν στον άρρωστο το κατάλληλο φάρμακο με νόστιμα και γλυκά εδέσματα, ενώ ό,τι δεν επιτρέπεται να πάρει (πλην όμως τα επιθυμεί) του προσφέρεται με άνοστα φαγητά, έτσι και κατά τη διδασκαλία είναι απαραίτητο το γέλιο. Με τον τρόπο αυτό, τα παιδιά συνηθίζουν με ορθό τρόπο να ασπάζονται και να υιοθετούν τα καλά και να αποφεύγουν τα κακά. Αναπόσπαστο λοιπόν στοιχείο της παιδευτικής αξίας του διαλόγου, και συνεπώς συστατικό της διδασκαλίας, είναι και το λεγόμενο χιούμορ του δασκάλου, το οποίο θεωρείται ακόμα και σήμερα αναγκαίο για επιτυχή μάθηση, ώστε αποκαλείται παιδαγωγική αρετή. Κι αυτό, γιατί η χαρά και η λύπη είναι πρωταρχική αίσθηση και βασικό κριτήριο ενεργειών των παιδιών. Με βάση αυτές, δημιουργούνται η «αρετή» και η «κακία» στην παιδική ψυχή. Η κατάκτηση δε της αρετής ονομάζεται αληθινή παιδεία.

Κουμάκης Γεώργιος, «Διάλογος», Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΗΜΕΡΑ. Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία.  Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1994 (Διασκευή).
ολκή: η έλξη, το τράβηγμα


θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις