Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Η γυναίκα χριστουγεννιάτικο δέντρο

30/11/2011

Photo: Jan de Brauw
Photo: Jan de Brauw

Περπατάω. Σαν σε πόλη από πίνακα  του Ντε Κίρικο. Έρημη. Νομίζεις αν φωνάξεις θα βαρεθείς ν΄ακούς την ηχώ σου. Ενοικιάζεται. Πωλείται. Ενοικιάζεται. Πωλείται. Εναλλάξ στα μαγαζιά. Και σ΄όσα είναι ανοιχτά μια πωλήτρια να σε κοιτάει με θλίψη. Τόσα χρόνια είχα να λέω για αγενείς πωλήτριες. Τώρα με πονάει η απελπισία τους. Κρέμονται από το -ναι- ή το –όχι- σου. Περπατάω, σκουντουφλάω. Πεζοδρόμια σπασμένα. Ένας σκασμός λεφτά πέρασε από τα χέρια των αρχόντων. Χρόνια! Ούτε μ΄ένα πεζοδρόμιο της προκοπής δεν μας φιλοδώρησαν. Περπατάω. Κάποιος ψάχνει στα σκουπίδια. Με αργές κινήσεις πια. Άλλαξε ο ρυθμός με τα χρόνια. Κωλώνει η ματιά μου. Μετά σαν βιαστικός προβολέας στρέφομαι και καλά κάπου αλλού. Κάνω ότι δε βλέπω. Και ντρέπομαι. Απόλυτα. Κυρίως για το ότι προσποιούμαι ότι δε βλέπω.

 (Ντε Κίρικο Le matin e aνgoissante)

Περπατάω. Γκρι το πλάνο. Κι ας έχει χρώματα. Γκρι βγαίνει. Όπως όταν ταξίδευα παλιά, πολύ παλιά σε ανατολικές χώρες. Ότι χρώματα και νάβλεπα, γκρι έφταναν στη μνήμη οι εικόνες. Περπατάω. Και ξαφνικά, στο βάθος, μια σκηνή παράταιρη. Μια γυναίκα. Πώς να το πω; Χριστουγεννιάτικο δέντρο! Με ασημόχαρτα στο κεφάλι, κορδέλες, κορδέλες ασημένιες και μια πετσέτα μπάνιου άσπρη στους ώμους, να καπνίζει. Λύθηκε το μυστήριο. Μπορεί να έχετε δει και σεις κάτι ανάλογο. Από την ώρα που τα κομμωτήρια απαγόρευσαν το τσιγάρο, έβγαλαν τραπεζάκι και καρεκλίτσα στο πεζοδρόμιο για να ξεχαρμανιάζουν οι πελάτισσες. Και καθώς η μόνη διαδικασία που παίρνει πια χρόνο αναμονής είναι οι ανταύγειες συναντάς όλο και πιο πολλές γυναίκες με αλουμινόχαρτα στο κεφάλι, με ρόμπα και πετσέτα στο σβέρκο να καπνίζουν. Σαν περίεργα Χριστουγεννιάτικα δέντρα!
Τη χαζεύω. Πεσμένοι οι ώμοι της, μελαγχολικά τα μάτια, καπνίζει και σκέφτεται. Μου θυμίζει τις Δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσο. Αδιέξοδες οι μέρες μας, σ΄αδιέξοδο κι η δική της ζωή κι ωστόσο στέκεται με τ΄ αλουμινόχαρτα στο κεφάλι. Την προσπερνάω. Μια σκέψη γαργαλάει το μυαλό. Πώς θάταν ο κόσμος μας χωρίς γυναικείες ματαιοδοξίες; Πώς θα γύριζε η γη μας χωρίς αυτό το παράλληλο σύμπαν καλλωπισμού; Πόσο απόλυτα σουρεάλ είναι το να κόβεις τα πετσάκια, να βάζεις αστεράκια, να προσθέτεις νύχι πάνω στο νύχι ενώ ο κόσμος χάνεται; Πώς θάτανε ο κόσμος μας χωρίς τις γυναίκες ως καταναλώτριες; Χωρίς εκείνα τα λατρεμένα τους «το βρήκα μεγάλη ευκαιρία!»;


 (Δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσο)

Η κυρία Χριστουγεννιάτικο δέντρο με τ΄ασημόχαρτα στο κεφάλι. Ίσως νάναι η ίδια που σάρκαζα χρόνια. Με την πέτσινη πιστωτική κάρτα, τα δεκαοκτάποντα, τα παντελόνια έμπλαστρο, το διπλό παρκάρισμα και την όλο θράσος φράση «Ένα λεπτό έκανα! Σιγά!». Που μιλούσε για Βουλγάρες και Γεωργιανές υπηρέτριες. Και εξοχικά στη Μύκονο. Που δήλωνε «low profile». Που είχε εγκαταλείψει την εστία ως ακυβέρνητο καράβι κυνηγώντας λαχανιασμένα σημαδούρες κατανάλωσης ως τρόπαια. Αν είχα γράψει. Αν της είχα αφιερώσει. Ίσως νάναι η κυρία Κολιομπούρδα μου. Αλλά τόσα που άλλαξαν στις μέρες μας… Άλλαξε και η ματιά μου. Γλύκαναν οι κρίσεις κι οι επικρίσεις. Ίσως νάναι η κυρία. Ίσως νάταν!
Γιατί τώρα είναι αυτή που βάζει τα χέρια στη φωτιά να πιάσει κάστανα. Που πρέπει να κρατήσει την οικογένεια της ενωμένη. Που πρέπει να δώσει δύναμη, κουράγιο. Που πρέπει να δώσει ρυθμό και βήμα. Το βήμα στα οικογενειακά ταμεία το δίνουν οι γυναίκες. Που πρέπει να στηρίξει. Ν΄ αγκαλιάσει. Να παρηγορήσει. Πρέπει να εκβράζει τα καταχωνιασμένα στοιχειά της φύσης της. Τα εφτάψυχα. Της αντοχής, του ενστίκτου, της αυτοάμυνας, της πολυπλοκότητας στη σκέψη, της προσαρμοστικότητας, της αίσθησης του χρόνου και του τόπου. Κάπου εκεί ανάμεσα πρέπει να βάψει και τα μαλλιά της. Να βρεθεί με κορδέλες ασημένιες στο κεφάλι.
Περπατώ σε μια πόλη έρημη σαν πίνακας του ΝτεΚίρικο. Πωλείται. Ενοικιάζεται. Εναλλάξ. Βλέμματα θλιμμένα πωλητών, απεγνωσμένα αφεντικών, πεζοδρόμια σπασμένα, όλα στο πλάνο γκρι. Κι έτσι όπως την είδα με γερμένους τους ώμους, ένα τσιγάρο στα χέρια, βυθισμένη σε σκέψεις, με τ΄ αλουμινόχαρτα στο κεφάλι σαν περίεργο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αιμοδότη μιας οικονομίας που ξεψυχάει σαν λαβωμένο φίδι. Πρώτη φορά, μα τω Θεώ, μου ήρθε να της φιλήσω τα χέρια!
Τι διαδρομή της έλαχε να βγάλει…
Πηγή: Protagon.gr

θέματα

Δημοφιλείς αναρτήσεις